Το δικό του γκραφιτι

Το έβαψε δεκάδες φορές. Πιο πρόσφατα προχθές το μεσημέρι.

Ήταν Τρίτη και έπρεπε να πάει στο γραφείο. Τηλεφώνησε πως ήταν αδιάθετος και έτρεξε στο χρωματοπωλείο να αγοράσει νέα χρώματα. Τα έλεγε «φάρμακα» και ”
«αλοιφές», γιατί οι αγαπημένοι τοίχοι της πατρικής του οικίας ήταν… άρρωστοι.

Έβγαζαν συνέχεια αυτές τις φλύκταινες που άκουσε πως τα έλεγαν «γκράφιτι». Αυτός τις ένοιωθε σαν ουλές, σαν χαρακιές, σαν σπυριά, σαν όγκους και μιάσματα στο κορμί του πατρικού του. Το βράδυ της Τρίτης είχε καθαρίσει πάλι τους τοίχους και ξάπλωσε ξέπνοος να κοιμηθεί. Όμως, το πρωί της Τετάρτης το μολυσματικό γκράφιτι είχε φθάσει πάλι ως δηλητηριώδης κισσός στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Μπορεί να έχανε ακόμη μία μέρα δουλειάς αλλά δεν είχε πλέον σημασία.

Σφούγγισε με επιμέλεια τον ταλαιπωρημένο τοίχο του και ανέβηκε στην ταράτσα του κτιρίου. Αυτήν τη φορά θα τον καθάριζαν άλλοι ή θα έμενε αιώνια στοιχειωμένος με το μεγαλειώδες δικό του γκράφιτι. Ακούμπησε το κεφάλι του στο γείσο και με το ξυράφι έκοψε την καρωτίδα του. Το αίμα τινάχθηκε σε πάμπολλα ρυάκια και σαν ζωγραφιά που δείχνει τις ρίζες κάποιου δένδρου άρχισε την πορεία του προς τη θάλασσα του κράσπεδου κάτω χαμηλά.

Αυτήν τη φορά κάποιος άλλος θα θελήσει να σβήσει το μακάβριο γκράφιτι ή θα το αφήσει παντοτινά έτσι. Όπως και να έχει, αυτός απαλλάχθηκε από τον ψυχαναγκασμό του και χαμογέλασε με νόημα στους εμβρόντητους νεαρούς που με τις μάσκες και τα σπρέι στο χέρι κοίταζαν το δικό του έργο στον τοίχο-καμβά τους.

Κάποιος να το καθαρίσει…

No related posts.