«Τα εν οίκω μη εν δήμω» εν έτει 2018

Στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης, της πολιτικής αστάθειας, της μακροχρόνιας και οξυμένης οικονομικής κρίσης, του κοινωνικού αμοραλισμού, της άκριτης μίμησης προτύπων, της ειδωλοποίησης προσώπων, καθώς και της επίπλαστης ευμάρειας που προβάλλεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρατηρείται ότι δεν υπάρχει σαφής οριοθέτηση στη δημοσιοποίηση ζητημάτων του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στις ανθρώπινες σχέσεις και ως επί το πλείστον να μην υπάρχει ούτε ψήγμα διακριτικότητας.

Σε άμεση συνάφεια με το προηγούμενο δοκίμιο το οποίο κινείται στη θεματική ενότητα του ορισμού της έννοιας της διακριτικότητας, στο παρόν αξίζει να αναφερθούν κάποια ακόμη πρόσθετα ζητήματα που αφορούν τα προσωπικά δεδομένα στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο, για τα δημόσια πρόσωπα αλλά και για τους απλούς πολίτες, το περιεχόμενο αυτών, καθώς και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και ελευθεριών που τα απαρτίζουν.

Αρχικά είναι καλό για τη ροή του άρθρου να γίνει μία συνοπτική αναφορά στους ομόκεντρους κύκλους του ατόμου. Στο κέντρο του βρίσκεται το άτομο ως οντότητα, χωρίς, όμως, να δίνεται η εντύπωση του εγωιστικού ατόμου. Γύρω του υπάρχει ο κύκλος που περιλαμβάνει τις επιθυμίες, τις κλίσεις, τα ταλέντα, τα ενδιαφέροντά του, τις πνευματικές του αναζητήσεις, ήτοι τον εαυτό του με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Ο κύκλος αυτός αφορά αποκλειστικά το άτομο. Στη συνέχεια αναπτύσσεται ο εν στενότατη εννοία κύκλος του που αφορά την οικογένειά του, τους συγγενείς του, τους πολύ στενούς του φίλους του αλλά και τον σύντροφο ή τον σύζυγό του. Σε αυτόν τον κύκλο, βρίσκονται τα σοβαρά ζητήματα που σχετίζονται με τις προσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών, την υγεία τους, καθώς και τα οικονομικά τους ζητήματα.

Μετά, ακολουθεί ο επόμενος κύκλος που είναι εν στενή εννοία και είναι άμεσα συνυφασμένος με τους υπόλοιπους. Σε αυτόν ενυπάρχει το σχολείο, ή το πανεπιστήμιο, ή ο τόπος εργασίας του ατόμου, μεταγενέστερα και ανάλογα με το εκάστοτε στάδιο της ζωής του. Σε έναν πιο ευρύ κύκλο βρίσκονται οι δραστηριότητες που ασκεί στον ελεύθερό του χρόνο. Ακόμη παραπέρα, σε έναν ακόμη πιο ευρύ κύκλο, βρίσκεται ο κύκλος που αφορά την σχέση του με τους γνωστούς του. Σε έναν επόμενο κύκλο εμπεριέχονται οι σχέσεις του με αγνώστους σε εγχώριο επίπεδο. Στη συνέχεια σε έναν επόμενο κύκλο περιλαμβάνονται οι σχέσεις του με τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς (π.χ. κυβέρνηση, δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες, δημόσιοι οργανισμοί και ΜΜΕ). Ακόμη παραπέρα, σε έναν ακόμη πιο ευρύ κύκλο ξεφεύγουμε από τον εθνικό χώρο και η κατάταξη διαμορφώνεται αναλόγως, ενώ σε όλες τις σχέσεις στο επίκεντρο σημειώνεται ότι παραμένει το άτομο.

Εδώ ακόμη, είναι καλό να γίνει και μία ακόμη διάκριση που αφορά τις λεγόμενες «σφαίρες εξουσίας» του ατόμου. Πιο συγκεκριμένα, κάθε άτομο ανάλογα με το ποιον έχει απέναντί του -πράγμα που ορίζεται με βάση τους ομόκεντρους κύκλους- χρησιμοποιεί το αντίστοιχο πρόσωπο για να του απευθύνει τον λόγο, καθώς και το ανάλογο λεξιλόγιο επιτρέπει ή όχι στο άλλο άτομο να έχει πρόσβαση στον χώρο του και κρατά μία φυσική σωματική απόσταση ή αντιθέτως έχει σωματική επαφή μαζί του (πχ. χειραψίες, εναγκαλισμοί και ασπασμοί αν έχει οικειότητα συνήθως), ή επιτρέπει την πρόσβαση σε συγκεκριμένους χώρους (στον τόπο εργασίας ή στην κατοικία του).

Εδώ σημειώνεται ότι όταν βρισκόμαστε σε κτίσματα η «πόρτα» (εξώπορτα ή εσωτερική πόρτα, όταν υπάρχουν πολλά γραφεία ή ακόμη και μέσα σε ένα σπίτι) αποτελεί το φυσικό όριο ανάμεσα στους διαχωριστικούς χώρους, προκειμένου να υπάρχει ισορροπία στις ανθρώπινες σχέσεις και εξυπηρετεί ακριβώς αυτόν τον σκοπό. Χρειάζεται η συναίνεση ή έγκριση του άλλου προσώπου για να υπάρξει πρόσβαση. Επομένως, με βάση τις «σφαίρες εξουσίας», κάθε άτομο επιτρέπει κάποιες πράξεις που γίνονται από ένα άλλο άτομο του εκάστοτε κύκλου, οι οποίες το έχουν ως αποδέκτη ή αντίστοιχα θέτει περιορισμούς και απαγορεύσεις.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, πρέπει, στο σημείο αυτό, να γίνει μία σαφής διάκριση ανάμεσα στον δημόσιο και στον ενήλικο ιδιωτικό βίο -διότι μόνο περί αυτού μπορεί να γίνει λόγος- και ειδικότερα των δημοσίων προσώπων και των απλών πολιτών. Ως προς τους ανηλίκους έχει θεσπιστεί η συνταγματική υποχρέωση της προστασίας της παιδικής ηλικίας, της οικογένειας και της ανηλικότητας και γι’ αυτό δεν γίνεται να αντιμετωπίζεται με την ίδια βαρύτητα ο ανήλικος με τον ενήλικο δημόσιο και πόσο μάλλον ιδιωτικό βίο.

Πρωτίστως, όσον αφορά τον δημόσιο βίο μας, που αφορά τις σχέσεις μας με το κράτος και την εργασία μας, όλοι μας, -ανεξαρτήτως φύλου, καταγωγής, οικονομικής κατάστασης, προβλημάτων υγείας, είτε ασκούντες την πολιτική εξουσία ή ανήκοντες στην οικονομική ελίτ, είτε όντες απλοί εργαζόμενοι στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο βίο- λογοδοτούμε και το αποτέλεσμα της εργασίας μας ή η τέλεση μίας εγκληματικής πράξης μικρότερης ή μεγαλύτερης βαρύτητας δέον είναι να δημοσιοποιείται, να υφίσταται υγιή κριτική ή να επαινείται. Αυτό ισχύει και για τα δημόσια πρόσωπα (πολιτικοί, επιχειρηματίες, εφοπλιστές, βιομήχανοι, τηλεπερσόνες), αλλά και για τους απλούς πολίτες. Είναι κάτι απαραίτητο και αναγκαίο για τη νομιμοποιητική και εγγυητική λειτουργία και την ποιότητα του πολιτεύματός μας, προκειμένου να βρίσκουν αντίκρισμα η ασφάλεια δικαίου, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η συναλλακτική καλή πίστη, η ασφάλεια των συναλλαγών και συλλήβδην η κοινωνική ευημερία.

Μολαταύτα, ο ιδιωτικός βίος διαφέρει πολύ από τον δημόσιο και η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων είτε δημοσίων προσώπων είτε απλών πολιτών πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της εκπλήρωσης καθήκοντος ή για την διαφύλαξη και εξυπηρέτηση υπέρτερων ιδιωτικών και δημοσίων συμφερόντων. Για παράδειγμα, εάν ο πρωθυπουργός μιας δημοκρατικής χώρας, όπως η δική μας, ή ένα ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος συνήπτε εξωσυζυγικές σχέσεις με ένα τρίτο πρόσωπο, οι πολίτες θα είχαν το δικαίωμα να πληροφορηθούν το γεγονός αυτό, διότι έχουν «δικαιολογημένο ουσιώδες έννομο συμφέρον», με βάση και την ποινική νομοθεσία, καθώς μία τέτοια πράξη κλονίζει την εικόνα που δίνει το συγκεκριμένο άτομο με βάση το αξίωμα που έχει σε σχέση με τον σεβασμό του θεσμού της οικογένειας.

Ακόμη, δημόσιο συμφέρον υπάρχει και για την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων ενός πολίτη που τέλεσε μια βαρύνουσα εγκληματική πράξη (πχ. ανθρωποκτονία, βιασμός, ενδοοικογενειακή βία, ληστεία, οικονομικά εγκλήματα κλπ). Στις περιπτώσεις αυτές η δημοσιοποίηση των στοιχείων συναρτάται με την επαναφορά της κοινωνικής ειρήνης και την επίτευξη της κοινωνικής ευημερίας και είναι απολύτως αναγκαία.

Παρόλα αυτά, η διάκριση αυτή δεν είναι εύκολα κατανοητή, ενώ γίνεται αρκετές φορές και κατάχρηση της δημοσιοποίησης στον βωμό… της εξηλιθίωσης. Πιο συγκεκριμένα, ένα βήμα για τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων παρέχουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι σήμερα ανακοινώνουν σε έναν άγνωστο κύκλο ατόμων, με τα οποία δεν γνωρίζονται προσωπικά, προσωπικές τους στιγμές. Επίσης, ως προς το θέμα της κατάχρησης, παρατηρείται ότι διάφορες τηλεπερσόνες ή «επαίτες» λίγης δημοσιότητας ανακοινώνουν πολύ προσωπικές οικογενειακές και ερωτικές τους στιγμές, προκειμένου να αυξήσουν τα νούμερα της τηλεθέασης. Και στις δύο περιπτώσεις δεν γίνεται αντιληπτό το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουν άγνωστα άτομα τα προσωπικά τους δεδομένα, αλλά ούτε και να γίνεται λεπτομερής περιγραφή αυτών, εξυπηρετώντας σκοπούς αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τα ουσιαστικά ανθρώπινα προβλήματα.

Με βάση όλα τα παραπάνω πρέπει να διατυπωθούν τα εξής. Καταρχάς, όλοι οι άνθρωποι που διαβιούμε σε μία δημοκρατική χώρα, ανεξαρτήτως φύλου, καταγωγής, οικονομικής κατάστασης και μόρφωσης, προβλημάτων υγείας, είμαστε ίσοι απέναντι στο νόμο και έχουμε δικαιώματα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και ελευθερίες. Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν τα θέματα των στενών κύκλων, τα οποία είναι υποχρέωσή μας να διαφυλάσσουμε απέναντι σε άτομα που δεν γνωρίζουμε ή δεν γνωρίζουμε αρκετά καλά, διότι κάθε θέμα συζήτησης δεν είναι πασπαρτού, ούτε όλοι ανεξαιρέτως έχουν την δική μας μόρφωση, εμπειρία και τον δικό μας τρόπο σκέψης, ούτε είναι διαθέσιμοι για επικοινωνία αλλά ούτε και φερέγγυοι.

 

Ειδικότερα, ενδεικτικά ζητήματα που αφορούν για παράδειγμα τις πολιτικές μας πεποιθήσεις, την άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας και λατρείας καθώς και την άσκηση της γενετήσιας ελευθερίας μας ή κάποιο ιατρικό, οικονομικό ή οικογενειακό πρόβλημα καθώς και η λεπτομερής έκθεση αυτών πρέπει να προστατεύονται γιατί είναι κομμάτι του εαυτού μας. Δεν χρειάζεται και κυρίως δεν πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αυτά τα ζητήματα άτομα που ανήκουν στους ευρύτερους κύκλους. Άλλωστε αυτά τα ζητήματα γι’ αυτό και ονομάζονται «προσωπικά». Αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα που φέρουν ή όχι τις συγκεκριμένες ιδιότητες ή χαρακτηριστικά και δεν θεμελιώνεται υποχρέωση δημοσιοποίησής τους έναντι ατόμων που δεν ανήκουν στους στενούς κύκλους.

Αυτά τα ζητήματα, λοιπόν, μπορούν -εφόσον το επιθυμούμε κι ανάλογα με το είδος, την ποιότητα, την στενότητα της σχέσης που έχουμε- να τα πληροφορηθούν πολύ συγκεκριμένα άτομα, τα οποία αποδεικνύουν, ειδικά στο παρόν, συστηματικά, έμπρακτα αλλά και μακροχρόνια ότι χρήζουν του σεβασμού και της απόλυτης εμπιστοσύνης μας. Αυτά τα άτομα δεν μας κρίνουν, δεν επιθυμούν να μας βλάψουν, δεν μας φθονούν, μας αποδέχονται και μας αγαπάνε. Με αυτά τα άτομα μοιραζόμαστε το ίδιο ή παρόμοιο αξιακό σύστημα, συνδιαλεγόμαστε και αναπτύσσουμε ενσυναίσθηση και ώριμες σχέσεις. Οποιοδήποτε άλλο άτομο το οποίο αντικειμενικά δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις, είναι ακριτόμυθο, αδιάκριτο, περίεργο, συναισθηματικά ανώριμο και τοξικό. Τέτοια άτομα, συνήθως, υπάρχουν σε κλειστές κοινωνίες, αλλά δεν αποκλείεται να τα συναντήσουμε και σε επαγγελματικούς χώρους ή και να μας είναι τελείως άγνωστα, όπως συμβαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να γίνει μία συνοπτική αναφορά και στα άτομα που έχουν εκ του νόμου την υποχρέωση να προστατεύουν το προσωπικό απόρρητο των ατόμων με τα οποία σχετίζονται (π.χ. δικηγόροι, αστυνομικές αρχές, οικονομικοί σύμβουλοι, τραπεζίτες, πνευματικοί, ψυχολόγοι, ψυχίατροι, θεραπευτές, γιατροί, δημοσιογράφοι), τα οποία σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεών τους (π.χ. των κωδίκων δεοντολογίας) θα αντιμετωπίσουν βαριές ποινικές κυρώσεις. Εν προκειμένω, τα άτομα αυτά έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προστατεύουν τα προσωπικά δεδομένα των ατόμων και χάρη στην ιδιότητα που φέρουν αλλά και την αξιοπιστία που εμπνέουν είναι εμπράκτως άξια εμπιστοσύνης. Σε αυτά τα άτομα, μπορεί να προσφύγει κάποιος για να βρει ενδεικνυόμενες λύσεις στο πρόβλημά του κι έτσι να ολοκληρώσουν κι αυτά με την σειρά τους την αποστολή τους, τηρώντας τις αρχές του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων του αντίστοιχου επαγγέλματος το οποίο υπηρετούν.

Σε συνάρτηση και για την σωστή δόμηση και οριοθέτηση όλων των ανωτέρω είναι απαραίτητη η απόκτηση παιδείας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μάθουμε να τηρούμε συγκεκριμένες συμπεριφορές, να έχουμε κριτική ικανότητα, να αναπτύσσουμε την συναισθηματική μας νοημοσύνη, να εστιάζουμε στον εαυτό μας, να μην είμαστε επικριτικοί, αλλά να αποδεχόμαστε την ατελή ανθρώπινη φύση μας, και εν γένει την πραγματικότητα (και να προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι είναι καλύτερο για την βελτίωσή της), να έχουμε θετική στάση απέναντι στη ζωή και να μαθαίνουμε από τα λάθη μας με εποικοδομητικό τρόπο, να έχουμε αξίες, ιδανικά, να αγαπάμε την γνώση αλλά και να εξερευνάμε τα ταλέντα και τις κλίσεις μας.

Το να αποκτήσουμε παιδεία σημαίνει ότι δεν θα είμαστε καταναγκαστικοί, καταπιεστικοί, κακεντρεχείς, προσβλητικοί, υποτιμητικοί απέναντι στους άλλους, αλλά μέσα από την συνύπαρξή μας με τους άλλους θα στοχεύουμε στην μάθηση εφ’ όρου ζωής. Σημαίνει ότι είμαστε διακριτικοί, υπεύθυνοι, ώριμοι, ανεξάρτητοι, ανοιχτόμυαλοι, υπομονετικοί, επίμονοι με την επίτευξη στόχων, εργατικοί, ευπροσάρμοστοι, ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό μας, γενναιόδωροι και ότι μπορούμε να συγχωρούμε τα λάθη των άλλων. Αυτά με την σειρά τους συνεπάγονται ότι θα εμπνέουμε εμπιστοσύνη και ασφάλεια στους συνανθρώπους μας, καθώς και ότι θα χτίζουμε σταθερές και μακροχρόνιες σχέσεις, οριοθετημένες, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, συμβιβασμούς, αναγνώριση λαθών και διόρθωσής τους.

Εν κατακλείδι, όπως διατυπώνεται και σε μια γνωστή ρήση του Γερμανού φιλοσόφου Ιμμάνουελ Καντ, «η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζουν να θίγονται τα όρια της ελευθερίας των άλλων». Σε έναν κόσμο, λοιπόν, που βρίθει από ανθρώπινες υπάρξεις και στον οποίο οφείλουμε να εφαρμόζουμε όλοι ανεξαιρέτως τους θεσπισμένους κανόνες δικαίου για την αγαστή και ομαλή συνύπαρξή μας, το να γνωρίζουμε τα όρια της ελευθερίας μας καθώς και τα όρια της ελευθερίας των συνανθρώπων μας τηρώντας διακριτική στάση απέναντί τους είναι sine qua non στοιχείο προκειμένου να επιτύχουμε την πολυπόθητη κοινωνική ευημερία.

*Η Άννα Παυλίδου είναι ασκούμενη δικηγόρος και δημοσιογράφος.

No related posts.