Οι αυταπάτες της συμφωνίας Κράτους και Εκκλησίας

Η συμφωνία μεταξύ του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, και του προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας, κ. Ιερώνυμου, για τον διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας προκάλεσε απλώς και μόνο θόρυβο, που στην ουσία δεν διέρρηξε κανένα δεσμό. Τα πιο σημαντικά ζητήματα, που αφορούν τη μισθοδοσία των κληρικών, την αξιοποίηση της τεράστιας περιουσίας της Εκκλησίας και τη θρησκευτική ουδετερότητα, δεν έχουν λυθεί ούτε με αυτήν τη συμφωνία.

Καταρχάς, το κράτος θα συνεχίσει (και δεν ξέρουμε για πόσα χρόνια ακόμα) να καταβάλλει το κόστος μισθοδοσίας των κληρικών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 της συμφωνίας: «Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου». Επομένως, οι φορολογούμενοι πολίτες θα είναι αυτοί που θα επωμίζονται ακόμα το βάρος για το μισθολογικό κόστος των εφημεριών, το οποίο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς, ανέρχεται περίπου στα 200 εκατομμύρια ετησίως. Ως εκ τούτου, το ερώτημα που τίθεται είναι πότε ξεκινά το κράτος να αναλάβει τη μισθοδοσία των κληρικών.

Σύμφωνα με τον Γ. Κτιστάκη (Το Βήμα) «το 1945 προβλέφθηκε για πρώτη φορά η μισθοδοσία των εφημέριων από το Δημόσιο (Α.Ν. 536/1945). Σε αντιστάθμισμα της δαπάνης αυτής επιβλήθηκε με τον ίδιο νόμο (α) η υποχρεωτική είσπραξη του 25% των τακτικών εσόδων των ενοριακών ναών από το Δημόσιο και (β) η υποχρεωτική ετήσια εισφορά όλων των ορθόδοξων οικογενειών στην ενορία τους. Με άλλα λόγια, το κράτος πλήρωνε τον κάθε εφημέριο με τα έσοδα των ναών που σχηματίζονταν από τις υποχρεωτικές εισφορές των πιστών. Το 1956 η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή επέκτεινε την είσπραξη του 25% επί των πάσης φύσεως εσόδων των ναών (Ν.Δ. 3559/1956). Η εισφορά των πιστών καταργήθηκε το 1962 (Ν.Δ. 4242/1962). Στη συνέχεια, το 1968, το ποσοστό της είσπραξης από το Δημόσιο αυξήθηκε στο 35% (Α.Ν. 469/1968). Το 2004, η κυβέρνηση Σημίτη κατάργησε οριστικώς και αυτό το 35% (άρθρο 15 του Ν. 3220/2004)».

Όσον αφορά, τώρα, την περιουσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν υπάρχει καμία απογραφή και το θέμα περιβάλλεται από ένα πέπλο μυστηρίου. Θα φέρουμε ένα παράδειγμα για να καταλάβουμε το μέγεθος αυτής της τεράστιας, αμύθητης περιουσίας (το πώς αποκτήθηκε είναι ένα άλλο ζήτημα, εξίσου σοβαρό). Οκτώ μονές, λοιπόν, που προσέφυγαν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εναντίον του νόμου Τρίτση (περί φορολόγησης της εκκλησιαστικής περιουσίας) αποτιμούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο αστρονομικό ποσό των οχτώ τρισεκατομμυρίων δραχμών και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το κράτος έπρεπε να τις αποζημιώσει με το ποσό των 7,6 τρισεκατομμυρίων δραχμών – δηλαδή 22,5 δις. Στη χώρα μας υπάρχουν περίπου 2.500 μοναστήρια. Φανταστείτε και υπολογίστε το κόστος αυτής της περιουσίας…

Επιπλέον, για ποια θρησκευτική ουδετερότητα μιλά ο πρωθυπουργός όταν ο ίδιος έχει πει ξεκάθαρα στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ότι δεν θα αλλάξει το προοίμιο του Συντάγματος «εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»; Σε ποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα το Σύνταγμα κάνει επίκληση στη θρησκεία και όχι στο όνομα του λαού; Από τη στιγμή που η πίστη είναι αυστηρώς προσωπικό θέμα πώς γίνεται το άρθρο 3 του Συντάγματος να αναφέρει ρητώς ότι «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού»;

Για να υπάρξει ουσιαστικός διαχωρισμός Κράτους–Εκκλησίας θα πρέπει να ισχύσει η ρήση «τα του Θεού τω Θεώ και τα του Καίσαρος τω Καίσαρι», δηλαδή η Εκκλησία να αναλάβει το κόστος της μισθοδοσίας των ιερέων, να αξιοποιήσει την τεράστια περιουσία της, συνεχίζοντας, όμως, το φιλανθρωπικό της έργο και, προπαντός, θα πρέπει να φορολογείται!

No related posts.