Τελικά, πόσο ζυγίζει μία φανέλα;

Ο αθλητισμός είναι μία περίεργη κατάσταση, μία ιδιαίτερη ενασχόληση. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι ασχολούνται με αυτόν και πιθανότατα ο καθένας από αυτούς τον αντιμετωπίζει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, με την δική του οπτική και με βάση τις δικές του δυνατότητες. Ο αθλητισμός δημιουργεί συναισθήματα, εξελίσσει την σκέψη του ενασχολούμενου, προκαλεί άγχος, πίεση, δυσφορία και χαρά. Και το κάνει αυτό χρόνια τώρα. Μερικούς αιώνες!

Σε αυτά τα περίπου 100 χρόνια καθιέρωσης του σύγχρονου αθλητισμού στις ζωές των ανθρώπων, έχουν εδραιωθεί γύρω από αυτόν κάποιες απόψεις, κάποιες ιδεολογίες και φυσικά κάποια «αθλητικά κλισέ», όπως και σε κάθε χώρο άλλωστε. Ένα από αυτά, το οποίο αναπτύχθηκε, βέβαια, σε βάθος χρόνου, είναι ότι υπάρχουν μεγάλες ομάδες με βαριές φανέλες, μεγάλοι αθλητές με συγκεκριμένες ατομικές δεξιότητες. Και αυτοί, λόγω των επιτυχιών τους για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, καλούνται να πρωταγωνιστούν πάντα και παντού, ανεξάρτητα από τις συνθήκες.

Φτάσαμε, ωστόσο, με αυτά και με εκείνα στην εποχή του 2018, όπου ένα βασικός παράγοντας (και δεν λέω ο βασικότερος, για να μην απαξιώσω πλήρως το αθλητικό ιδεώδες) στην εξέλιξη και την βελτίωση αθλητικών ομάδων είναι τα χρήματα και γενικότερα οι οικονομικές επενδύσεις. Κακά τα ψέματα, πάντοτε στην ιστορία εμφανίζονταν επενδυτές που άλλαζαν την ροή της παγκόσμιας αθλητικής ιστορίας, αλλά ποτέ μέχρι σήμερα αυτοί δεν ήταν τόσοι πολλοί, δεν επένδυαν σε τέτοιο βαθμό και δεν έπαιζαν τόσο καθοριστικό ρόλο. Ένα από τα πολλά παραδείγματα είναι η Νότιγχαμ Φόρεστ των τελών της δεκαετίας του ‘70, με τις συνεχόμενες κατακτήσεις του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (1978-1979). Μία ομάδα που από την Γ’ Εθνική κατηγορία της Αγγλίας, έφτασε μέσα σε μόλις τρία χρόνια στην κατάκτηση του σημαντικότερου τροπαίου εις διπλούν. Και δεν νομίζω πως κανείς πιστεύει ότι αυτό έγινε μέσα από σκληρή δουλειά, έντονες προπονήσεις και ατέλειωτο πάθος και ενέργεια… Η Νότιγχαμ Φόρεστ, πλέον, ταλανίζεται εδώ και χρόνια στις μικρότερες κατηγορίες της Αγγλίας και πάλι. Εξακολουθεί να είναι μία από τις βαριές φανέλες βρετανικών συλλόγων;

Για να μην παρεξηγηθώ δεν αποσκοπώ να μειώσω την αξία του αθλητισμού και να το τονίσω την σημαντικότητα του οικονομικού παράγοντα στην σύγχρονη αθλητική πραγματικότητα. Απλά, ως φίλαθλοι, νοήμονες και κριτικά σκεπτόμενοι άνθρωποι με αποκλειστική διάθεση διασκέδασης και ψυχαγωγίας, καλούμαστε να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο αθλητικός κόσμος σήμερα σε τοπικό και διεθνές επίπεδο. Πώς μπορούμε να πείσουμε τα νέα παιδιά ότι η ποδοσφαιρική συγκίνηση και ο μπασκετικός ρομαντισμός εξακολουθούν να υφίστανται όταν 9/10 αθλητές και ομάδες αποσκοπούν στο κέρδος και στην απολαβή εκατομμυρίων από κάθε σεζόν, κάθε παιχνίδι, κάθε ενέργεια;

Δεν ζούμε στην εποχή των βαριών φανελών. Γιατί αν ίσχυε αυτό, ο ποδοσφαιρικός Π.Α.Ο.Κ. των δύο πρωταθλημάτων δεν θα ήταν τόσο ισχυρότερος από τον Ολυμπιακό των 44 πρωταθλημάτων! Ο μπασκετικός Προμηθέας Πατρών δεν θα έβγαινε τρίτος στο πρωτάθλημα για πρώτη φορά στην ιστορία του και δεν θα μετρούσε πέντε συνεχόμενες ευρωπαϊκές νίκες στην πρώτη του εμφάνιση στην Ευρώπη. Οι ξεχασμένοι, από την δεκαετία του ‘70 στην Αμερική, Γκόλντεν Στέιτ Γουόριος δεν θα κυριαρχούσαν στο αμερικανικό μπάσκετ με τον τρόπο που κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια. Ομάδες όπως η Μάντσεστερ Σίτι και η Παρί Σεν Ζερμέν δεν θα βρίσκονταν καν στον χάρτη, αν οι Άραβες εκατομμυριούχοι δεν αποφάσιζαν να αναπτύξουν τις επενδύσεις τους στην Ευρώπη. Η Ρεάλ Μαδρίτης, η οποία έμεινε, ίσως, για πρώτη φορά χωρίς έναν πραγματικό galactico δεν θα πάλευε με νύχια και με δόντια να κερδίσει την άσημη Λεβάντε στην έδρα της. Ο κυρίαρχος του ελληνικού βόλεϊ, Ολυμπιακός, και ο σπουδαίος Ευρωπαίος Ηρακλής δεν θα σκέφτονταν καν πως ο ανύπαρκτος, μέχρι το 2015, Π.Α.Ο.Κ. θα έφτανε στην κατάκτηση τριών συνεχόμενων πρωταθλημάτων και θα εδραιώνονταν σιγά σιγά στην ιστορία του ελληνικού Βόλεϊ.

Στην Θεσσαλονίκη ζουν στην εποχή Ιβάν Σαββίδη, όπως και στο Μάντσεστερ ζουν στην εποχή Sheikh Mansour και στο Παρίσι στην εποχή Nasser Al-Khelaifi. Όση προσπάθεια και αν κάνουν, λοιπόν, τα αθηναϊκά Μέσα να πείσουν τον ελληνικό λαό ότι η «μικρή» φανέλα του συνηθισμένου να χάνει Π.Α.Ο.Κ. θα τον εμποδίσει να κατακτήσει το πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο, στο βόλεϊ, στο χάντμπολ, αυτή θα είναι αποτυχημένη. Γιατί σήμερα στο γήπεδο δεν παίζουν μπάλα οι φανέλες, αλλά τα χρήματα. Οι φανέλες ενεργοποιούν, ίσως, τους Έλληνες παίκτες, που αντιλαμβάνονται καλύτερα την ελληνική πραγματικότητα και τους δίνουν ένα παραπάνω κίνητρο, το οποίο όμως εξαλείφεται λόγω των περιορισμένων αγωνιστικών δυνατοτήτων τους.

Οι βαριές φανέλες είναι ένα παραμύθι, μία ιστορία συναισθήματος και ρομαντισμού για τον φίλαθλο κόσμο, προκειμένου να μην τον απομακρύνει εντελώς από τον κερδοσκοπικό χώρο του παγκόσμιου αθλητισμού. Οι βαριές φανέλες θα υπάρχουν πάντα στην συνείδηση του κόσμου και στις καρδιές του φιλάθλου, για να του θυμίζουν τους λόγους για τους οποίους αγάπησε κάποτε το αθλητικό θέαμα, την ομάδα του, τον σύλλογό του. Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να μαλώνουμε και ας αποδεχτούμε την ωμή πραγματικότητα όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια…

Ο αθλητισμός έχει αλλάξει, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν προσφέρει τις συγκινήσεις που πρόσφερε παλιά. Απλά, ίσως, τώρα χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια για να φτάσεις στην κατάκτηση, το όνειρο, την νίκη!

No related posts.