Η έλλειψη διακριτικότητας στις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις

Στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης, της μακροχρόνιας και συνεχούς εμβάθυνσης της οικονομικής κρίσης, της πολιτικής αστάθειας, του κοινωνικού αμοραλισμού, της τεχνολογικής εξέλιξης, της έκρυθμης ανάπτυξης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των τρόπων επικοινωνίας με την ολοένα και περισσότερο συνακόλουθη ηθελημένη δημοσιοποίηση του ιδιωτικού βίου, παρατηρείται ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν είναι μόνο αποξενωμένοι μεταξύ τους, αλλά δεν έχουν και την στοιχειώδη διακριτικότητα στις σχέσεις τους. Είναι είτε αδιάκριτοι είτε αδιάφοροι για τον πλησίον τους. Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να απεικονιστεί τοποθετώντας στα δύο άκρα την αδιακρισία και την αδιαφορία και στη μέση τη διακριτικότητα.

Προς διευκόλυνση των κατωτέρω είναι χρήσιμο να ειπωθεί ότι ο ανθρώπινος βίος θα μπορούσε να χωριστεί σε ομόκεντρους κύκλους. Στο κέντρο του βρίσκεται το άτομο ως οντότητα, χωρίς όμως να δίνεται η εντύπωση του εγωιστικού ατόμου. Γύρω του υπάρχει ο κύκλος που περιλαμβάνει τις επιθυμίες, τις κλίσεις, τα ταλέντα, τα ενδιαφέροντά του, τις πνευματικές του αναζητήσεις, ήτοι τον εαυτό του με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Ο κύκλος αυτός αφορά αποκλειστικά το άτομο. Στη συνέχεια αναπτύσσεται ο εν στενοτάτη εννοία κύκλος, του που αφορά την οικογένειά του, τους συγγενείς του, τους πολύ στενούς τους φίλους του, αλλά και τον σύντροφο ή τον σύζυγό του. Σε αυτόν τον κύκλο βρίσκονται τα σοβαρά ζητήματα που σχετίζονται με τις προσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών, την υγεία τους, καθώς και τα οικονομικά τους ζητήματα.

Ακολουθεί ο επόμενος κύκλος που είναι εν στενή εννοία και άμεσα συνυφασμένος με τους υπόλοιπους. Σε αυτόν ενυπάρχει το σχολείο, ή το πανεπιστήμιο, ή ο τόπος εργασίας του ατόμου, μεταγενέστερα και ανάλογα με το εκάστοτε στάδιο της ζωής του. Σε έναν πιο ευρύ κύκλο βρίσκονται οι δραστηριότητες που ασκεί στον ελεύθερό του χρόνο. Ακόμη παραπέρα, σε έναν ακόμη πιο ευρύ κύκλο, βρίσκεται ο κύκλος που αφορά την σχέση του με τους γνωστούς του. Σε έναν επόμενο κύκλο εμπεριέχονται οι σχέσεις του με αγνώστους σε εγχώριο επίπεδο. Στη συνέχεια, σε έναν επόμενο κύκλο περιλαμβάνονται οι σχέσεις του με τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς (π.χ. κυβέρνηση, δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες, δημόσιοι οργανισμοί και ΜΜΕ). Ακόμη παραπέρα, σε έναν ακόμη πιο ευρύ κύκλο ξεφεύγουμε από τον εθνικό χώρο και η κατάταξη διαμορφώνεται αναλόγως, ενώ σε όλες τις σχέσεις στο επίκεντρο σημειώνεται ότι παραμένει το άτομο.

Στον σύγχρονο αστικό βίο, προκειμένου να καταφέρουμε να κρατήσουμε σε ισορροπία όλους τους κύκλους, φοράμε ο καθένας μας, ξεχωριστά, διαφορετικά «προσωπεία», καθώς συναναστρεφόμαστε με πολλούς ανθρώπους οι οποίοι είτε μας είναι τελείως άγνωστοι είτε απλώς γνωστοί. Είναι απολύτως φυσιολογικό το να μην θέλουμε και να μην μπορούμε να αναπτύξουμε με όλους στενές σχέσεις. Επί παραδείγματι, με τον υπάλληλο στην εφορία ή στην τράπεζα δεν μας συνδέει μια προσωπική σχέση, αλλά εκείνος λειτουργεί ως μέσο για την εξυπηρέτησή μας. Είναι εύλογο το να μην μας ενδιαφέρει η προσωπική και η οικογενειακή του κατάσταση.

Επίσης, προσωπεία φοράμε και στην ηλεκτρονική επικοινωνία μας, επειδή δεν γνωρίζουμε τους περισσότερους από τους συναδέλφους μας που ανήκουν απλά στο ίδιο επάγγελμα με εμάς και ανήκουν στην ίδια ομάδα την σχετική με το αντικείμενο του επαγγέλματός μας, όπως για παράδειγμα στα social media. Το να φοράμε προσωπεία είναι υγιές και οριοθετεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μας στις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσουμε. Όμως αυτό δυστυχώς ως επί το πλείστον δεν ισχύει σήμερα, αλλά παρατηρούνται περισσότερο συμπεριφορές αδιάκριτες (κουτσομπολιό) ή απάθειας και από την πλευρά του πομπού αλλά και από την πλευρά του δέκτη.

Πιο συγκεκριμένα, ως προς την περίπτωση του πομπού, είναι λυπηρό το να διαπιστώνει κάποιος ότι σε δημόσιους αλλά και σε ιδιωτικούς επαγγελματικούς χώρους συνήθως δεν τηρούνται οι στοιχειώδεις κανόνες διακριτικότητας. Φερειπείν, σε ένα γραφείο μίας δημόσιας υπηρεσίας, οι αρμόδιοι υπάλληλοι μπορεί να εκθέτουν με άκομψο τρόπο λεπτομέρειες του ιδιωτικού τους βίου ή να κανονίζουν τις υποχρεώσεις που έχουν, οι οποίες όμως δεν εμπίπτουν στον κύκλο των εργασιακών τους υποχρεώσεων.

Ακόμη, σε έναν εργασιακό χώρο γραφείου, όπου συνυπάρχουν πολλά άτομα τα οποία έχουν κάποιας μορφής πιο έντονη συσχέτιση, έχει παρατηρηθεί ότι το άτομο που προΐσταται όλων αρκετές φορές μπορεί να προσκαλεί φίλους του αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα του γραφείου του ή να μιλά στο τηλέφωνο με κάποιο άλλο άτομο του εν στενότατη ή εν στενή εννοία κύκλου του, χωρίς να σκέφτεται ότι τα προσωπικά αυτά ζητήματα και δεν είναι πρέπον να διατυπώνονται ενώπιον άλλων ατόμων ή τρίτων, αλλά και ότι αυτά τα ίδια τα θέματα δεν ενδιαφέρουν καθόλου τους υπόλοιπους εργαζομένους. Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε σχέση εξαρτημένης εργασίας από τους εργοδότες τους δεν πρέπει να λειτουργεί σε βάρος της παραγωγικότητάς τους και της ιδιοσυγκρασίας τους. Σε μία τέτοια περίπτωση ξεκάθαρα έχουν ξεφύγει τα όρια και όχι απλά μια τέτοια συμπεριφορά είναι αντιεπαγγελματική και αντιδεοντολογική αλλά είναι και καταχρηστική και αδικαιολόγητη.

Στα παραδείγματα αυτά, ο πομπός δεν έχει την στοιχειώδη αντίληψη περί επαγγελματισμού και τήρησης ορίων σε σχέσεις με άτομα που έχουν συναλλακτική ή επαγγελματική σχέση μαζί του. Δεν υπάρχει ο στοιχειώδης σεβασμός προς το άτομο που έχει ως αιτία και σκοπό δημιουργίας της συγκεκριμένης σχέσης, την διεκπεραίωση συγκεκριμένων ενεργειών και σε καμία περίπτωση την ανοχή τέτοιου είδους καταστάσεων.

Βέβαια, δύο άλλοι πομποί που ασκούν μεγάλη επιρροή στις μάζες και ακολουθούν παρόμοια τακτική αδιακρισίας είναι τα ΜΜΕ καθώς και τα social media. Τα δε πρώτα στην πλειονότητά τους προβάλλουν προγράμματα που παραβιάζουν κατάφωρα την συνταγματική προστασία της τήρησης της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων (άρθρο 15§2 Σ). Τα δε δεύτερα ασκούν τεράστια επιρροή με το υλικό που παρουσιάζουν, υποβαθμίζοντας την ανθρώπινη νοημοσύνη και περνώντας υποσυνείδητα μηνύματα, σύμφωνα με τα οποία οι άνθρωποι όχι μόνο πρέπει να έχουν μία συγκεκριμένη κατεύθυνση στην χάραξη της προσωπικής ζωής τους για να είναι επιτυχημένοι και ευτυχισμένοι, αλλά και να την προβάλλουν ηχηρά και περίτρανα, δημοσιοποιώντας ευχάριστες, δυσάρεστες, ουδέτερες στιγμές, συναισθήματα, προσωπικές καταστάσεις καθώς και προσωπικά δεδομένα.

Το χειρότερο, όμως, είναι όταν η αδιακρισία εκ μέρους του πομπού κι εν προκειμένω των ΜΜΕ, υπερβαίνει τα φυσιολογικά όρια, πράγμα που έχει συμβεί πολλάκις με την συνεχή στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και όσων αποκλίνουν από την πεπατημένη, στο όνομα της τηλεθέασης. Η τακτική αυτή γίνεται μέσα από «αστείες» ατάκες, γεμάτες από σαρκασμό, φθόνο, κακεντρέχεια και εξευτελισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας, οι οποίες μάλιστα είναι όλως υβριστικές, χυδαίες, ξεδιάντροπες και απαράδεκτες. Στις περιπτώσεις αυτές όχι απλά δεν υπάρχει ίχνος ανθρωπιάς και ενσυναίσθησης, αλλά δεν επεμβαίνουν και οι ιθύνοντες για την αποκατάσταση μιας τέτοιας αδικαιολόγητης κατάστασης, παρά την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους. Για παράδειγμα, έχει ειπωθεί σε τηλεοπτική σειρά, με «χιουμοριστικό»(!) τρόπο, μία περίπτωση όπου κάποιος στην ανήλικη ζωή του γνώρισε τον παιδόφιλο της γειτονιάς, πράγμα που δεν είναι καθόλου «αστείο» για κάποιο παιδί που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά ή βλέπει κάτι τέτοιο όντας ενήλικας. Μια συμπεριφορά αυτού του είδους φανερώνει παντελή έλλειψη διακριτικότητας για ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα και δυστυχώς, περνιέται στα ψιλά γράμματα.

Ως προς την πλευρά του δέκτη, αξίζει να αναφερθούν τα επόμενα. Ναι μεν καυχιόμαστε ότι ενστερνιζόμαστε (τυπικά) τον δυτικό πολιτισμό, ωστόσο στη πραγματικότητα, μιμούμαστε όσο δυνάμεθα μόνο τον δυτικό υλικό τρόπο ζωής (π.χ. ντύσιμο, τεχνολογία, οικιακός εξοπλισμός, τρόποι διασκέδασης). Ουσιαστικά, δεν έχουμε αποβάλλει την κοντόφθαλμη αντίληψη που επικρατεί στα χωριά και στις μικρές κοινωνίες της επαρχίας, όπου η περιέργεια για την ζωή των άλλων είναι το κυρίαρχο μας γνώρισμα. Επειδή διαμένουμε μόνιμα στις πόλεις, δεν σημαίνει απαραίτητα και ότι είμαστε «διακριτικοί» και πολιτισμένοι. Επικαλούμαστε το «κοινωνικό», ή καλύτερα το υπερβολικό ενδιαφέρον, το οποίο μεταφράζεται ελεύθερα ως κουτσομπολιό, και (υποτίθεται ότι) έτσι συσφίγγονται οι ανθρώπινες σχέσεις.

Όμως, αποτελεί ουσιαστικά ένα πρόσχημα για να διεγείρουμε την περιέργειά μας, αλλά και ένα παυσίπονο για να απαλύνουμε τις ψυχικές πληγές μας, οι οποίες πυροδοτούνται σε ανύποπτο χρόνο και έχουν ως αιτία τις βαθιές ανασφάλειές μας. Σίγουρα με αυτόν τον μυωπικό τρόπο δεν ενδιαφερόμαστε γνήσια και αληθινά να γνωρίσουμε τους συνανθρώπους μας. Ακόμη, ως επί το πλείστον, μαθαίνοντας κάτι θετικό για κάποιον, δεν θα νιώσουμε καλά εάν αυτός μπορεί να βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από εμάς Αντιθέτως, αν εκείνος βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από εμάς ή μειονεκτεί σε κάτι, κατά βάθος χαιρόμαστε και δεν συμπάσχουμε.

Αντί να κοιτάξουμε μέσα μας και να δούμε τα δικά μας λάθη, μπορούμε με περισσή ευκολία να δείχνουμε στους άλλους τα λάθη τους και να τους κρίνουμε. Μας είναι πιο εύκολο και μας συμφέρει, καθώς δεν χρειάζεται να αναγνωρίσουμε και να αποδεχθούμε γνωρίσματα που έχουμε ή δεν έχουμε και να αναλάβουμε την ευθύνη μας για την βελτίωσή τους. Ως γνωστόν, η ευθύνη απαιτεί ανάληψη δράσης, πρωτοβουλίες, σημαντικές αλλαγές και ωριμότητα.

Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, λίγο-πολύ ισχύουν τα ίδια και για την απάθεια, η οποία, κατά τα λοιπά, βρίσκεται στον αντίποδα. Πιο συγκεκριμένα, η αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στα μεγάλα αστικά κέντρα, ο γρήγορος, αγχογόνος, απαιτητικός και εξαντλητικός τρόπος ζωής που έχει επηρεάσει όλο το φάσμα του βίου του -από την μετακίνησή του μέσα σε πολυσύχναστους και δαιδαλώδεις δρόμους μέχρι την διατροφή του (fast food)-, σε συνδυασμό με τον καθημερινό αγώνα για την εξασφάλιση των προς το ζην, με την προσδοκία ότι το βιοτικό του επίπεδο θα βελτιωθεί και θα καταφέρει να κατακτήσει την πολυπόθητη ευτυχία, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για την ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων.

Ο άνθρωπος σήμερα κυνηγά τον χρόνο, βάζει επαγγελματικές προτεραιότητες και δεν διαθέτει την υπομονή για την επίτευξη της στενότερης σύνδεσής του με τους γύρω του. Μολονότι γεννήθηκε για να κοινωνικοποιείται και να μεγαλώνει μέσα από τις σχέσεις του, σήμερα έχει προσαρμοστεί πλήρως στις κοινωνικές επιταγές και πράττει εντελώς αντίθετα προς την φύση του (πράγμα που βέβαια κάποια στιγμή θα ξεσπάσει με τρόπο επώδυνο, όπως λ.χ. με την εμφάνιση ψυχικών ασθενειών). Με αυτόν τον τρόπο, αποκτά ένα καινούργιο επίκτητο χαρακτηριστικό ή μια κακή συνήθεια: νιώθει απάθεια για τους γύρω του. Όσο κι αν συναλλάσσεται καθημερινά με πλήθος κόσμου, όσο κι αν έχει πλείστες ευκαιρίες μέσα από τα social media να κοινωνικοποιηθεί και να γνωρίσει πάρα πολλούς ανθρώπους, ουσιαστικά και δεν μπορεί να τους γνωρίσει αλλά και νιώθει ολοένα και περισσότερο μόνος. Για παράδειγμα, δεν τον ενδιαφέρει η επιτυχία, η αποτυχία ή η καινούργια σχέση κάποιου φίλου του στα social media, όταν τον άνθρωπο αυτόν δεν τον γνωρίζει προσωπικά και συγχρόνως πρέπει να βγάλει σε πέρας ένα σωρό υποχρεώσεις για τις οποίες απαιτείται να είναι συνεχώς σε ετοιμότητα. Συνεπώς, ούτε αυτή η προπεριγραφείσα κατάσταση συνιστά διακριτικότητα.

Έτσι λοιπόν, προκύπτει εξ αντιδιαστολής και σε άμεση συνάφεια με τα ανωτέρω ότι η διακριτικότητα συνιστά το πραγματικό ανθρώπινο ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπό μας, είτε αυτός είναι ένας πολύ στενός μας άνθρωπος είτε ένας άνθρωπος που ανήκει στους ευρύτερους κύκλους. Μάλιστα, αυτό έχει πολύ συγκεκριμένη έκταση και ένταση. Σταματά να υπάρχει όταν προσβάλλεται το ίδιο το άτομο, ευρισκόμενο στο επίκεντρο και στη συνέχεια, όταν νιώθει ότι παραβιάζεται ο βασικός και θεμελιώδης πυρήνας των αξιών του.

Σημειωτέον είναι ότι η διακριτικότητα μπορεί να καλλιεργηθεί με συστηματική προσπάθεια, κόπο, χρόνο, υπομονή, μετριασμό της περιέργειας και ανάπτυξη της ενσυναίσθησης. Ενόψει των ανωτέρω, είναι η απαραίτητη η προσπάθεια κοινωνικοποίησης του ατόμου με άτομα που του ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία και με τα οποία μοιράζεται το ίδιο ή παρόμοιο αξιακό σύστημα, καθώς και η ενασχόληση με τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Η μελέτη ψυχολογικών βιβλίων, αλλά και το διάβασμα λογοτεχνικών έργων μπορούν επίσης να συμβάλλουν ενεργά στην ανάπτυξη της διακριτικότητας του ατόμου σε έναν ικανοποιητικό βαθμό.

Τότε το άτομο θα συναισθάνεται τον συνάνθρωπό του, θα σκέφτεται ότι κι εκείνος είναι ένα ανθρώπινο ον με σκέψεις, συναισθήματα, επιθυμίες, ανησυχίες, έγνοιες, υποχρεώσεις, φόβους, ταλέντα, θετικά και αρνητικά στοιχεία και δεν θα προσπαθήσει να συγκριθεί, ούτε και θα αδιαφορήσει παντελώς. Τουναντίον, η επικοινωνία του με τους συνανθρώπους του θα γίνεται αγαστή, αρμονική και βαθύτερη. Συν τοις άλλοις, το άτομο θα κερδίζει τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη των συνανθρώπων του, πράγμα που είναι μείζονος σημασίας για την πνευματική του εξέλιξη.

Εν κατακλείδι, όπως έχει πει και η λόγια Eloisa James, «η διακριτικότητα είναι συνώνυμο της ευφυΐας». Αξίζει τον κόπο το να προσπαθούμε να ανήκουμε στους διακριτικούς ανθρώπους, γιατί θα είμαστε συγχρόνως ανοιχτόμυαλοι, ώριμοι, διαφορετικοί, μοναδικοί, χρήσιμοι και οξύνοες.

*Η Άννα Παυλίδου είναι ασκούμενη δικηγόρος και δημοσιογράφος.

No related posts.