Η Σκουριά και ο Ράπτης

Πράξη Πρώτη

Θίασος:

-Σκουριά ως Ετοιμοθάνατη

-Ράπτης ως Λεπιδοφόρος

Σκηνικό: Σπλάχνα ενός καμένου εργοστασίου

Ώρα: Απόγευμα

Η Ετοιμοθάνατη κείτεται στο πάτωμα. Είναι ραγισμένη, ξέπνοη και ματωμένη. Στα φρύδια της φωλιάζει σκόνη και στα μαλλιά της στάχτη. Στα χέρια της κρατά τη σπονδυλική της στήλη, λυγισμένη.

Ετοιμοθάνατη: «Σκόρπια με βρίσκεις, φως του δειλινού, που τρύπωσες από τα τζάμια. Αλήθεια, το δρόμο πώς τον βρήκες από την ομίχλη μέσα; Πριν από λίγο αβγάτιζε καταχνιά αφράτη, και τώρα δα φλογίζεις μες τα μάτια μου με φλόγα διψασμένη. Πικρόχολα σε δέχομαι, με πίκρα ηττημένου, αφού ξανά θριάμβευσε ο Ράπτης της Βελόνας. Με γκρέμισε εδώ και μ’ άφησε σπασμένη. Δες! Μες τις βελόνες πώς γυρνάς, που σφράγισε εντός μου! Χορεύεις και λαμποκοπάς, λικνίζεσαι, σφαδάζεις. Το σίδηρο λευκόχρυσο φαντάζει στη θωριά του. Χρώμα γιατί δίνεις στη λύπη που υπομένω; Μπρος, φεύγε! Των δέντρων τες κορφές, τράβα να φωτίσεις, των κυράδων τα στολίδια και τα χαμόγελα των ξένων».

Λεπιδοφόρος: «»

Ετοιμοθάνατη: «Από μακριά τις ανάσες σου ακούω, Ράπτη της Καρφίτσας. Τα κίτρινα τα χνώτα σου θαρρείς δεν τα θωρώ; Σα νέφη μπρούτζινα κι αρρωστημένα, έγκυα με βλέννα κι όχι βροχή του φθινοπώρου. Αναρωτιέμαι όμως τι άλλο αναπαύεται εντός των – εντός των εντοσθίων· βελόνες βρώμικες, θα ορμηνέψω».

Λεπιδοφόρος: «»

Ετοιμοθάνατη (μειδιάζοντας): «Μονόλογο θριαμβικό, δε θα χαρώ ν’ ακούσω; Λοιπόν; Διθύραμβο της νίκης, στα θεία προσευχή; Μήπως τάμα, μήπως ευκή; Αλίμονο, το μόνο που ακούω είναι βελόνες: βελόνες που φαγώνονται αναμεταξύ των· τρίβονται και ξύνονται σα λυσσασμένες, να μεγαλώσουν μυτερές και δόλιες, ωσάν τες αδελφές των· σάμπως τώρα που μιλώ δε μου ραμφίζουν τ’ άκρα; Το τρώνε το μεδούλι μου και πίνουνε τη σάρκα, που κόπιασα να φτιάσω».

Ετοιμοθάνατη (αγκομαχώντας): Όντως; Αυτό θα μπορούσε άραγε να είναι; Φοβάσαι ακόμα τη Σκουριά, Λεπιδοφόρε; Κι αντί να βγεις στη λάμψη του θριάμβου, στο φως το πρόδηλο τα βλέφαρα να λούσεις, κρύβεσαι· πόσο σου αρέσει τις σκιές να ακονίζεις! Πολλά υπήρξες εν ζωή, Ράπτη, μα άνανδρος ποτέ, τα όπλα μουλωχτά να ξεσπαθίζεις. Γιατί σιωπάς, λοιπόν; Λάλησε, μαχαιροβγάλτη».

Ο Μαχαιροβγάλτης θα λαλήσει στη Δεύτερη Πράξη.

No related posts.