Η έλλειψη κριτικής ικανότητας σήμερα

Στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης, της έκρυθμης ανάπτυξης της τεχνολογίας με όλους τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται στην αρνητική της εκδοχή, της τεταμένης διεθνούς πολιτικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης και, ειδικότερα, του εγχώριου πολιτικού αμοραλισμού και της οξείας και μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, η πλειοψηφία των ανθρώπων πάσχει από έλλειψη κριτικής ικανότητας.

Σήμερα, δίνεται περισσότερη έμφαση στην απόκτηση υλικών αγαθών και στη δημιουργία επίπλαστης ευμάρειας, παρά στην ποιότητα του κριτικού πνεύματος. Η αντίφαση αυτή ανάμεσα στην ειδωλοποίηση προσώπων και καταστάσεων και την έλλειψη ποιότητας κριτικής σκέψης στη ζωή μας οδηγεί στην πρόδηλη υπεροχή της πρώτης έναντι της δεύτερης. Πιο συγκεκριμένα, τα αίτια της έλλειψης της κριτικής ικανότητας στη ζωή μας οφείλονται στους γνωστούς λίγο-πολύ σε όλους μας λόγους. Πρωτίστως, ο θεσμός της οικογένειας περνά μεγάλη κρίση στον πυρήνα του, λόγω της συνεχούς εμβάθυνσης της οικονομικής κρίσης αλλά και των πρόσφατων πολιτικών μεταρρυθμίσεων, κατά τις οποίες κάποιες εξαιρέσεις προβάλλονται ως κανόνες. Επικρατεί γενικότερη σύγχυση και αστάθεια στο εσωτερικό της οικογένειας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκής και ποιοτικός χρόνος για την ενασχόληση των γονέων με τα τέκνα τους.

Δευτερευόντως, το σχολείο, σήμερα, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες. Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι εντελώς απαρχαιωμένο, δεν διαθέτει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για την εξέλιξη των μαθητών, έχει χρόνιες παθογένειες οι οποίες έχουν επηρεαστεί πάρα πολύ από την οικονομική κρίση (π.χ. μειώσεις μισθών καθηγητών και έλλειψη χρηματικών πόρων), με αποτέλεσμα να καθίσταται ανεπαρκές. Αδυνατεί να αναδείξει τα ταλέντα και τα χαρίσματα του καθενός μαθητού, καθώς παρέχεται στείρα και τυποποιημένη γνώση, ενώ δεν λείπουν και τα φαινόμενα εκφοβισμού και βίας στα σχολεία, τα οποία λαμβάνουν τρομακτικές διαστάσεις.

Όποιος, μάλιστα, απορροφά πιο γρήγορα και αποτελεσματικά την στείρα γνώση καθίσταται ο καλύτερος μαθητής κι ως εκ τούτου, δεν αναδεικνύονται τα χαρίσματα άλλων μαθητών που έχουν διαφορετικό τρόπο σκέψης και πρόσληψης της μάθησης. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δε, το εκπαιδευτικό σύστημα εμφανίζεται πολλές φορές διεφθαρμένο, καθώς εξυπηρετούνται μικροπολιτικά-κομματικά συμφέροντα, με την δημιουργία πολιτικών παρατάξεων και με την προσχώρηση των φοιτητών σε κομματικές κλίκες των καθηγητών.

Στον αμέσως επόμενο χώρο, που είναι ο εργασιακός-επαγγελματικός, λόγω του ανεπαρκούς επαγγελματικού προσανατολισμού των νέων, υπάρχει σε κάποια επαγγέλματα πληθωρισμός και είναι αδύνατη η απορρόφηση όλων των πτυχιούχων της συγκεκριμένης ειδικότητας, ενώ, συγχρόνως, υπάρχει μία διάχυτη κοινωνική νοοτροπία υποτίμησης των χειρωνακτικών επαγγελμάτων, στα οποία εντοπίζεται αντιθέτως μεγάλη ζήτηση. Η κατάσταση αυτή οδηγεί στην κατακόρυφη αύξηση της υποαπασχόλησης ή της ετεροαπασχόλησης, σε συνθήκες σύγχρονης σκλαβιάς κι ακόμη χειρότερα στην ανεργία. Όλα τα ανωτέρω συνδέονται αλυσιδωτά και το ένα δεν είναι αποκομμένο από το άλλο.

Επίσης, αν και ο ρόλος της θρησκείας, σήμερα, μπορεί να είναι καταλυτικός για την διαπαιδαγώγηση και την ηθική διάπλαση των νέων, λόγω ορισμένων υψηλά ιστάμενων εκπροσώπων της, οι οποίοι εκφράζοντας τις προσωπικές τους απόψεις εκμεταλλεύονται τη θρησκεία και επιδεικνύουν μία συμπεριφορά μη προσήκουσα, οι νέοι την αποστρέφονται. Συνδυαστικά με αυτό, η κοινωνία παρουσιάζει επίσης πάρα πολλές παθογένειες και καθώς το παλιό σύστημα δεν βρίσκεται σε αρμονία με το καινούργιο, οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες, διότι η μετάβαση από το παλιό στο νέο δεν είναι καθόλα ομαλή, ενώ συγχρόνως οι νέοι επωμίζονται τις οδυνηρές συνέπειες των πράξεων και των παραλείψεων των παλαιότερων.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να προστεθεί η εγχώρια πολιτεία, η οποία στηρίζεται σε ένα σαθρό, απαρχαιωμένο, διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, που έχει ισοπεδώσει στον διάβα του όλες τις αξίες της χώρας και αντιμετωπίζει με μία εντελώς νηπιακή αντίληψη όλα τα σοβαρά προβλήματά της. Η εγχώρια πολιτεία, λοιπόν, στηρίζεται στην κάλυψη κομματικών συμφερόντων και πολιτικών σκοπιμοτήτων, η επίρριψη ευθυνών από τον έναν πολιτικό αντίπαλο στον άλλον είναι ένα σύνηθες φαινόμενο και πρέπει να σημειωθεί ότι, στην κυριολεξία, κυβερνούν κάποιοι ολιγάρχες, εξυπηρετώντας συμφέροντα πολυεθνικών εταιριών, τραπεζών, μεσαζόντων, μεγαλομετόχων, εφοπλιστών, πλουσίων ιδιοκτητών ΜΜΕ και ποδοσφαιρικών ομάδων. Δολίως, δε, παραλείπουν να λύσουν τα έντονα προβλήματα της εγκληματικότητας που μαστίζουν την χώρα, με αποτέλεσμα αυτά να διογκώνονται συνεχώς.

Σε συνάρτηση με το ανωτέρω, τα ΜΜΕ προβάλλουν εύπεπτα και υποβαθμισμένα προγράμματα που υποβιβάζουν την ανθρώπινη νοημοσύνη και εξευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μάλιστα, σημειώνεται ότι παραπληροφορούν, αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη και αποτελούν… τηλε-σκουπίδια. Επιπρόσθετα, και τα social media προβάλλουν λανθασμένα πρότυπα που φτάνουν στο σημείο της ειδωλοποίησης προσώπων και εκπέμπουν υποσυνείδητα μηνύματα πλύσης του εγκεφάλου.

Συμπληρωματικά, η προσπάθεια των ανθρώπων να αντιγράψουν πρότυπα και να ζήσουν αυτήν την «τέλεια ζωή» χωρίς προβλήματα, τους οδηγεί στην αστικοποίηση και στην απομόνωση. Τότε, πολλές φορές, όσοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτό το πρότυπο και δεν έχουν ενισχυμένη αυτοεκτίμηση, ή απομονώνονται κοινωνικά ή προσφεύγουν στην πολύωρη ενασχόληση με ηλεκτρονικά παιχνίδια σε Ίντερνετ καφέ, ή ακόμη χειρότερα, στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, πάσχοντας από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Κι εδώ παρατηρείται μία αντίφαση ανάμεσα στην δυνατότητα πρόσβασης σε αόριστο αριθμό δεκτών και επικοινωνίας με αυτούς και στη συνεχή απομόνωση των ανθρώπων. Κι εδώ η σύγχυση -σε εσωτερικό βέβαια επίπεδο- είναι αναπόφευκτη, με σοβαρό όμως κοινωνικό αντίκτυπο.

Δυνάμει όλων των ανωτέρω, στη σημερινή εποχή, δεν υπάρχει δυστυχώς ούτε χώρος ούτε και χρόνος για την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας των ανθρώπων στην πλειοψηφία τους. Δεν υπάρχει πρώτα απ’ όλα θέληση και προσπάθεια από τους ιθύνοντες για την καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας, επειδή δεν προτίθενται να δώσουν μια σωστή κατευθυντήρια γραμμή. Κι έπειτα δεν υπάρχει, κατά κόρον, ούτε προσωπική θέληση και προσπάθεια, με συνέπεια η πλειοψηφία των ατόμων να δέχεται άκριτα και παθητικά ό,τι της πλασάρεται και να οδηγείται στη μαζοποίηση και στην οχλοκρατία.

Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, θα μπορούσαν να λεχθούν τα εξής ακόλουθα για την κριτική ικανότητα, τα οποία δυστυχώς επικαλούνται ορισμένοι έχοντες την πολιτική εξουσία για να καλύψουν τα συμφέροντά τους. Κατ’ αρχάς, οτιδήποτε πιστεύει η πλειοψηφία δεν σημαίνει ότι είναι και το σωστό απαραίτητα, πράγμα που έχει αποδείξει επανειλημμένα και η ιστορία. Επίσης, το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» δεν είναι το ίδιο για όλους τους ανθρώπους, λαμβάνοντας υπόψη ποικίλους παράγοντες, όπως τα βιώματα κάποιου, την παιδεία του, το ιστορικό περιβάλλον του, το μορφωτικό και οικογενειακό του επίπεδο, τον τρόπο ανατροφής του, την οικονομική του κατάσταση, τις προτιμήσεις και τα πιστεύω του, την εσωτερική του εξέλιξη, τις ηθικές αξίες και αρχές του, την ηλικία του και τις δεξιότητές και τα χαρίσματά του και άρα, την μοναδικότητά του. Ακόμη, με βάση τα παραπάνω, διαφέρει και το κριτήριο του «μέσου κοινωνικού ανθρώπου», καθώς τα κριτήρια για τον ορισμό τέτοιων αόριστων αξιολογικών εννοιών είναι σε έναν βαθμό ρευστά, συνεχώς μεταβαλλόμενα (τοπικά και χρονικά), περαστικά, επίκαιρα, εφήμερα και υποκειμενικά. Κάτι τέτοιο όμως, δεν μπορεί εύλογα να γίνει αντιληπτό από τους περισσότερους από εμάς.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αρχικά, απαιτούνται αργές, συγκροτημένες, σταθερές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές και σε διεθνές και ειδικά σε εγχώριο επίπεδο, οι οποίες απαιτούν υπομονή, επιμονή, θέληση και έντονη προσπάθεια για μακροπρόθεσμη αλλαγή όλης αυτής της άδικης κατάστασης. Στη συνέχεια, απαιτείται προσπάθεια προσωπική για αλλαγή, με ενασχόληση των ατόμων με τις επιστήμες όλων των ειδών (τι ανθρωπιστικές, και δη με την φιλοσοφία και την ψυχολογία, τις θετικές αλλά και τις τεχνολογικές), τις τέχνες, την θρησκεία και τον αθλητισμό, ανάλογα με τις προτιμήσεις και τις ιδιαιτερότητες του καθενός ατόμου ξεχωριστά. Η κινητοποίηση πρέπει να είναι ταυτόχρονα και πνευματική και σωματική.

Έτσι, τα άτομα θα διαμορφώσουν παιδεία, ήτοι διάπλαση ήθους, σωστούς κανόνες συμπεριφοράς, την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και της πνευματικής αναμόρφωσής τους. Συνδυαστικά, είναι αναγκαία η απευαισθητοποίηση από τα social media και η αντικειμενικοποίηση στον τρόπο που βλέπουμε ό,τι μας προβάλλεται. Για παράδειγμα, μία καλοστημένη φωτογραφία δεν παύει να με είναι μία φωτογραφία και τίποτε παραπάνω. Δεν γνωρίζουμε πόση προετοιμασία και επεξεργασία έχει γίνει για να βγει αυτό το αποτέλεσμα, καθώς και το αν την έχει βγάλει ένας επαγγελματίας φωτογράφος, αλλά κι αν το απεικονιζόμενο πρόσωπο είναι καλλιτέχνης και διαφημίζει κάτι. Επομένως, οτιδήποτε προβάλλεται στη πραγματικότητα δεν είναι όπως ακριβώς φαίνεται και είναι καλύτερο το να αντιμετωπίζεται ως factum και μόνο, χωρίς να παρεισφρέουν συναισθηματικές εξάρσεις του καθενός από εμάς.

Έπειτα, ό,τι είναι ανθρώπινο δημιούργημα δεν μπορεί να είναι τέλειο, διότι εύλογα είναι φύσει ατελές και επιδέχεται συνεχή βελτίωση και, δη, χωρίς απαραίτητα να μπορεί να γίνει «τέλειο». Είναι σημαντικό, λοιπόν, το να συνειδητοποιήσουμε και να αποδεχτούμε ότι η ανθρώπινη φύση μας είναι ατελής, σφάλλει συνεχώς, προβαίνει σε εσφαλμένες εκτιμήσεις, προσδοκίες, πράξεις και παραλείψεις, κάποτε τρέφει αυταπάτες και μέσα από τα λάθη της μαθαίνει και εξελίσσεται. Άρα, έχοντας κατά νου ότι ούτε εμείς οι ίδιοι είμαστε τέλειοι, δεν μπορούν να είναι τέλεια ούτε τα έργα μας, πράγμα που δεν σημαίνει βέβαια ότι πρέπει να σταματήσουμε να προσπαθούμε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, και ατομικά και συλλογικά.

Επομένως, δουλεύοντας ο καθένας ατομικά για την ανάπτυξη της κριτικής του ικανότητας (ετερότητα) και συνδιαλεγόμενος με τους υπόλοιπους, σεβόμενος ο καθένας την διαφορετικότητα του άλλου, επηρεαζόμενος μάλιστα θετικά ο ένας από τον άλλον (ολότητα), μπορεί να δημιουργήσει μαζί με τους υπόλοιπους μία ιδανική κοινωνία, στην οποία αξίζει να ζει κάποιος και να προσφέρει. Μία τέτοια κοινωνία είναι αν μη τι άλλο ταυτόχρονα και ελεύθερη και δημοκρατική, στην οποία μπορεί να ανθίσει ο πολιτισμός και ο εξευγενισμός του πνεύματος. Σε μία τέτοια κοινωνία δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ουσία των πραγμάτων και όχι στην επιφάνεια. Σε μία τέτοια κοινωνία, το άτομο μπορεί, χάρη στη κριτική του ικανότητα, να προφυλάξει τον εαυτό του και τους γύρω του ή ακόμη και να σώσει τον εαυτό του ή τους συμπολίτες του από έναν επικείμενο ή υπαρκτό κίνδυνο.

Εν κατακλείδι, σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης άνθρωπος,(η οποία προέρχεται από το «άνω»+«θρώσκω», ήτοι αναπηδώ+«όπωπα», ήτοι παρακείμενος του «ορώ», δηλ. βλέπω), είναι αυτός που πορεύεται και κοιτάζει προς τα πάνω, ήτοι αυτός που εξελίσσεται και πορεύεται προς τον Θεό. Αυτή η πορεία είναι δύσκολη, δύσβατη και απαιτεί συνεχή και αδιάκοπο αγώνα από τον καθέναν. Σε αυτό μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο η ανάπτυξη και η όξυνση της κριτικής ικανότητας. Όσες όμως κι αν είναι η δυσκολίες μέχρι την ανάβαση στην κορυφή, αξίζει τον κόπο, γιατί η πορεία αυτή οδηγεί στην «τελειοποίησή» του.

*Η Άννα Παυλίδου είναι ασκούμενη δικηγόρος και δημοσιογράφος.

No related posts.