Η «ευρωπαϊκοποίηση» του παγκόσμιου ποδοσφαίρου

Η Γαλλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο 2018, επικρατώντας καθαρά και ξάστερα της Κροατίας με 4-2 στον μεγάλο τελικό. Η αλήθεια είναι πως η επικράτηση για την ομάδα του Ντιντιέ Ντεσάν ήρθε όσο εύκολα καταδεικνύεται και από το τελικό αποτέλεσμα.

Και να σκεφτεί κανείς πως η πρεμιέρα της και το δύσκολο 2-1 επί της Αυστραλίας καθόλου δεν προμήνυαν τα όσα θα ακολουθούσαν. Ήρθε και το σβηστό 0-0 με τη Δανία (αποτέλεσμα που βόλευε και τις δύο ομάδες), για την 3η αγωνιστική των ομίλων, να δημιουργήσει έντονη γκρίνια και αμφισβήτηση από πλευράς των «τρικολόρ» οπαδών και, κάπως έτσι, δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι τη συνέχεια δεν την περίμεναν ούτε οι πιο αισιόδοξοι εξ αυτών. Νίκη με 4-3 επί της Αργεντινής στο πιο εντυπωσιακό ματς του εφετινού Μουντιάλ, «επαγγελματικό» 2-0 επί της Ουρουγουάης για τα προημιτελικά, κυνικό 1-0 επί του Βελγίου και, για φινάλε, θριαμβευτικό 4-2 επί της Κροατίας.

Αυτή ήταν η τέταρτη συνεχόμενη φορά και πέμπτη στις τελευταίες έξι διοργανώσεις που το Παγκόσμιο Κύπελλο το κατακτά ομάδα της Γηραιάς Ηπείρου. Πολλοί περίμεναν τη Βραζιλία (όπως και το 2014, είναι η αλήθεια), κάποιοι άλλοι την Αργεντινή, κάποιοι το Βέλγιο, κάποιοι την Αγγλία και κάποιοι έπεσαν μέσα προβλέποντας Γαλλία. Παίζοντας σύγχρονο ποδόσφαιρο, οι ποδοσφαιριστές του Ντεσάν προέταξαν την κοινή λογική και όχι την επιθυμία για θέαμα, τακουνάκια και, εν γένει, διαστημικό ποδόσφαιρο. Με έναν Καντέ να καταπίνει τα χιλιόμετρα όπως καταπίνει το σάλιο του, έναν Εμπαπέ «μην του δώσεις χώρο κάηκες» (και -μαντέψτε- οι περισσότερες ομάδες του έδωσαν) και έναν Γκριεζμάν πιο ώριμο από ποτέ, να ανοίγει, με τις εκτελέσεις του στα στημένα, τις αντίπαλες άμυνες με την ίδια ευκολία που κανείς ανοίγει μία ξεκλείδωτη πόρτα. Παράλληλα, στην άμυνα το δίδυμο Βαράν-Ουμτιτί, αν και ο καθένας τους υπερασπίζεται στη La Liga διαφορετικά συμφέροντα, έδεσαν άψογα!

Η Γαλλία κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο, γιατί κυρίως είχε ρεαλιστική προσέγγιση στους αγώνες της. Και το ίδιο ισχύει και για την Ιταλία του 2006, την Ισπανία του 2010 και τη Γερμανία του 2014 (με εξαίρεση, ίσως, το εκκωφαντικό και, όντως, απρόσμενο 7-1 επί της Βραζιλίας). Είναι, με άλλα λόγια, φανερό ότι οδεύουμε προς μία «ευρωπαϊκοποίηση» του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όπου ο ρεαλισμός κερδίζει το θέαμα, αντίθετα, δηλαδή, με ό,τι συνέβαινε παλιότερα. Βεβαίως, μπορεί κανείς εδώ να αντιτείνει ότι η πλειοψηφία των παικτών που αγωνίζονται στο Μουντιάλ παίζουν σε ομάδες της Γηραιάς Ηπείρου, οι οποίες χαρακτηρίζονται για την τακτική τους παιδεία. Όταν, όμως, επί παραδείγματι, οι Βραζιλιάνοι παίζουν για το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας τους, ξεχνούν την τακτική που έχουν μάθει στους συλλόγους τους, γιατί προσπαθούν να ανταποκριθούν στα θέλω των συμπατριωτών οπαδών τους, που έχουν συνηθίσει να τους βλέπουν να προσφέρουν, πρωτίστως, θέαμα, και ακόμη και όταν προσπαθούν να παίξουν «ευρωπαϊκό» ποδόσφαιρο δεν το κάνουν τόσο καλά όσο οι ευρωπαϊκές ομάδες.

Την κατάσταση αυτήν, λοιπόν, εκμεταλλεύτηκε φέτος η Γαλλία, σε έναν ακόμη ευρωπαϊκό τελικό, μετά από αυτόν του 2010 (Ισπανία-Ολλανδία) και εκείνον του 2006 (Ιταλία-Γαλλία). Εύλογα, το ερώτημα που τίθεται είναι αν θα μπορέσουν οι χώρες της Λατινικής Αμερικής (ή άλλης Ηπείρου) να βρουν το αντίδοτο στα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί και εξελίσσονται σε θέσφατο στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

No related posts.