Μελαγχολία

-βίωσαν, αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν και χαμογέλασαν και έκλαψαν ξανά. Η Μελαγχολία χάθηκε, όχι όμως το όνομά της.

ΣΤΟΠ! Επείγον μήνυμα! ΑΠΟ: Αφηγητή. ΠΡΟΣ: Αναγνώστη

Αγαπητέ αναγνώστη, ζητώ ταπεινά συγγνώμη. Ανοησία μου, το ξέρω. Ντροπή. Είχα τόση αγωνία βλέπεις να ξεκινήσω την ιστορία μου που άρχισα από το τέλος και όχι την αρχή. Ξεκινώντας από το τέλος! Αυτός δεν είναι τρόπος να διηγηθεί κανείς ένα παραμύθι, ακόμη και αν αυτό περιέχει κάποια δυσάρεστα, αρκετά μη ευχάριστα και πολλά δυσάρεστα² γεγονότα. Δεν θα σου πω ψέματα, φίλτατε, η ιστορία αυτή είναι γεμάτη αναποδιές, πρόωρες φαλάκρες, παράξενα ονόματα, μυτερά αντικείμενα και δάκρυα. Λίμνες δακρύων. Ταυτόχρονα όμως εμπεριέχει θάρρος, όνειρα, μυρωδιά βιβλίων, ζαχαρωτά, λιβελούλες και χαμόγελα. Οπότε, αν θέλεις να χαμογελάσεις θλιμμένα, να βρεις το νόημα της ζωής και να μισήσεις λίγο παραπάνω τις τσούχτρες, η ιστορία της Μελαγχολίας υπόσχεται να εκπληρώσει τουλάχιστον δύο από τις επιθυμίες σου. Καλή ανάγνωση, χρόνια πολλά αν τυχαίνει να έχεις σήμερα γενέθλια (τυχερό παλιόπαιδο) και γείτσες αν φταρνίστηκες κατά τη διάρκεια της ιστορίας.

 

Υ.Γ. Εντάξει, είπα ψέματα. Η ιστορία αυτή δεν περιέχει λιβελούλες.

ΤΕΛΟΣ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ

Δεν είναι οι άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι για τα όνειρά τους αλλά το αντίστροφο: τα όνειρα αποφασίζουν τι θα σκεφτούν, πως θα μιλήσουν και αν θα έχουν όρεξη για χθεσινά μακαρόνια και σήμερα. Αποφασίζουν ακόμα και τα συναισθήματά τους, το χρώμα, τον ήχο και την έντασή τους. Θα πλύνεις τα δόντια του το πρωινό αυτό; Θα στρώσεις το κρεβάτι σου; Θα θυμηθείς να πάρεις την κάρτα μέλους του σούπερ μάρκετ όταν πας για ψώνια; Ε λοιπόν, τα όνειρα χωρίζονται σε μόλις δύο κατηγορίες: Τα ίσια όνειρα (πασχαλίτσες, καθαρά στρωσίδια, χριστουγεννιάτικα λαμπάκια) και τα τσαλακωμένα (κλόουν, πλαστικός εμετός, σπασμένα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια).

«Και δηλαδή ποιος αποφασίζει αν θα δω κλόουν σήμερα στον ύπνο (ή τον ξύπνιο) μου;» σε ακούω να αναρωτιέσαι. Έξοχη ερώτηση, μα το ναι. Θα σου πω ποιοι ευθύνονται, θα ονοματίσω τους υπαιτίους, θα ξετρυπώσω τους τυφλοπόντικες από το λαγούμι. Μα οι Ονειροπόροι, φυσικά. Αυτά τα μικροσκοπικά φαντασματάκια που πληκτρογραφούν σε ξύλινες γραφομηχανές τα όνειρα και τα στέλνουν με e-mail, φαξ ή χοντρά κουνούπια στους μαλακούς μας εγκεφάλους. Εκεί, όπως είναι γνωστό άλλωστε, πλάθονται, μασιούνται, χωνεύονται και ζουλιούνται ξανά και ξανά και ξανά, πριν μας δώσουν το τελικό προϊόν: τη σκέψη. Ρωτήστε όποιον ψεύτικο ιατρό, κομπογιαννίτη βιολόγο και σχεδόν-αλλά-όχι-ακριβώς ψυχολόγο θέλετε. Έτσι έχουν τα πράγματα! Την επόμενη φορά λοιπόν που θα αναρωτηθείς γιατί βαριέσαι τόσο πολύ, να κατηγορήσεις τους τσαλακωμένους Ονειροπόρους.

Είναι αυτοί που ζουν σε άδειες κονσέρβες ψάρι (με πόρτες και παράθυρα εννοείται, αν είναι δυνατόν) στον Κόσμο-Υπό-Το-Έδαφος. Πως περνάνε τον χρόνο τους, ρωτάς ξανά. Γράφουν και ιδρώνουν και κάνουν μπάνιο σε δάκρυα πριν ξεκινήσουν ξανά το γράψιμο. Ακούραστοι σου λέω. Αντίπερα, ψηλά και πάνω, πάνω από την Ζαχαρωμένη Οροσειρά και πιο ψηλά από τα Πλαστικά Σύννεφα, βρίσκεται το Γυάλινο Παλάτι μέσα στο Γυάλινο Φαράγγι, η κατοικία των ίσιων Ονειροπόρων. Κανείς δε γνωρίζει πολλά για αυτούς, πέρα από το ότι μυρίζουν απορρυπαντικό και εγκυκλοπαίδειες. Α, είναι επίσης γνωστοί για τη γενική αντιπάθεια που τρέφουν για τα τσαλακωμένα ξαδέλφια τους. Ως απόδειξη, σου παραθέτω τα λιγοστά σχόλιά τους που μπόρεσα να συγκεντρώσω:

Απολίτιστοι» είχε πει κάποτε η Γραμματική, διορθώνοντας ένα αποτρόπαιο τεστ ωρθωγραφείασ. «Απολύτως απολίτιστοι».

«Άξεστοι» είχε καγχάσει μια φορά η Τάξη, βάζοντας την τρίτη καραμέλα μέντας στο στόμα της (είχε γευτεί κατά λάθος ένα κομμάτι κρεμμύδι όταν τσιμπολογούσε τη σαλάτα). «Αξιολύπητα άξεστοι».

«Γιατί μυρίζουν πάντα ψάρι όμως;» είχε εκφράσει την ειλικρινή της ανησυχία η Ευγένεια, συμπληρώνοντας αμέσως μετά «Με το συμπάθιο κιόλας, να με συγχωρείτε».

Κάθε επαφή ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους απουσιάζει παντελώς (με εξαίρεση την ανταλλαγή οργισμένης αλληλογραφίας που και που). Παρόλα αυτά, οι Ονειροπόροι κάθε πλευράς συνεχίζουν να εργάζονται ξεχωριστά αλλά ταυτόχρονα για την ανθρώπινη σκέψη.

Και έτσι είχαν τα πράγματα, ήρεμα όπως το ακυμάτιστο χλιαρό τσάι, μέχρι που μια Τετάρτη (μπορεί και Τρίτη, δε θυμάμαι καλά), μην αντέχοντας άλλο την αναποδιά, απρέπεια και ψαρίλα των τσαλακωμένων Ονειροπόρων, οι ίσιοι απελευθέρωσαν από τη γυάλινη φυλακή της…Εκείνη. Αλίμονο, δεν τολμώ να γράψω το όνομά της. Δεν είναι ούτε τσαλακωμένος ούτε ίσιος Ονειροπόρος, εδώ που τα λέμε, δεν είναι καν Ονειροπόρος. Μήτε άντρας μήτε γυναίκα, μήτε ζώο μήτε μηχανή, μήτε σαμπουάν μήτε μαλακτικό αλλά κάτι ενδιάμεσο και παραπάνω. Ένα τρομαχτικό όπλο που έχει ως μοναδικό σκοπό να ισιώσει τους τσαλακωμένους συγγενείς των πρώην δεσμωτών της, έναν προς έναν, έως ότου τα μόνα όνειρα που τρέφουν τα ανθρώπινα μυαλά να είναι ίσια, αλύγιστα και γεμάτα προβιταμίνη V. «Ίσια όνειρα και άρα ίσιοι άνθρωποι» αντήχησαν στους κρυστάλλινους διαδρόμους του Γυάλινου Παλατιού τα λόγια των ίσιων Ονειροπόρων, όταν έσπασαν τις αλυσίδες Της. Αυτή, όμως, δεν είναι η δική Της ιστορία, και εδώ δεν θα ειπωθεί κάτι παραπάνω σχετικά με το σκοτεινό αλλά αναπάντεχα θλιβερό παρελθόν Της. Αυτή, αξιότιμε αναγνώστη, είναι η σημαντικότερη στιγμή στην ιστορία της μοναχικής Μελαγχολίας, του μοναδικού Ονειροπόρου που μπόρεσε να Την αντιμετωπίσει…

«Βαριέμαι» λέει η Απορινή και η Μελαγχολία παραξενεύεται, καθώς αυτά τα λέει συνήθως η Πήξηλ. Έχει πολύ ζέστη εκείνη την ημέρα -τόση ζέστη μάλιστα, που τα μάγουλα της Πήξηλ ροδίζουν όπως ροδίζει ένα ώριμο παντζάρι ή ένα καλομαγειρεμένο κοκκινιστό (με έξτρα πιπέρι, παρακαλώ). Οι τρεις τους έχουν αποφασίσει να κάνουν το διάλειμμά τους κοντά στο ρέμα: ένα ασημένιο ρυάκι που διασχίζει όλες τις σπηλιές του Κόσμου-Υπό-Το-Έδαφος, ποτίζοντας τα λιγοστά λαχανικά και φρούτα που φυτεύουν οι Κάτοικοι-Υπό-Του-Εδάφους.

«Βαριέμαι τόσο πολύ» ξεφυσά ξανά η Απορινή, ξεκολλώντας μια τούφα μαλλιών από το ιδρωμένο της μέτωπο. «Άκουσε καμιά σας τις φήμες για τις Διορθώσεις στα νότια; Λέγεται πως ετοιμάζεται πόλεμος, λένε πως…Εκείνη ξύπνησε από τον λήθαργό της» χασμουριέται και εκτοξεύει ένα πετραδάκι στα τρεχούμενα νερά μπροστά της.

«Εγώ πάλι ζεσταίνομαι. Το μόνο που ακούω είναι το γουργούρισμα της κοιλιάς μου όμως» χαμογελά η Πήξηλ, βάζοντας ένα ακόμη σοκολατάκι στο στόμα της. Η Πήξηλ πάντα φρόντιζε να έχει εφεδρικά σοκολατάκια, τα οποία καταβρόχθιζε πριν, μετά (και καμιά φορά μαζί με) το μεσημεριανό της γεύμα. Όπως και η Απορινή, φορά ένα γκρίζο ριγέ πουκάμισο, μόνο που το δικό της διαθέτει τσέπες για τα αναπάντεχα ζαχαρωτά της. «Αναπάντεχα ζαχαρωτά» εδώ μεταφράζεται ως «γλειφιτζούρια, καραμέλες και πάστες που κανένας δεν περίμενε να χωρούν στις τσέπες της Πήξηλ».

«Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, Πήξηλ -μπορείς να βαριέσαι και να ζεσταίνεσαι ταυτόχρονα, όπως εγώ τώρα» σιγομουρμουρίζει η Μελαγχολία και πλατσουρίζει τα λεπτά σαν κλωναράκια πόδια της στο ρέμα. «Ελπίζω η Αχήμ και ο Λέομπος να είναι καλά…Πως είναι το νερό σήμερα, αλήθεια;» ρωτά την Απορινή και χαϊδεύει την άκρη από τις ξύλινες πατερίτσες της. Όντας η μόνη που τηρεί τους κανονισμούς ντυσίματος, φορά τη (χιλιομπανωμένη) φόρμα εργασίας της. Και ναι, τι έκπληξη, είναι γκρίζα. Η Μελαγχολία πάντα πιάνει τα κορακίσια (εβένινα σαν πούπουλα κόρακα) μαλλιά της σε αλογοουρά (ουρά αλόγου). Τα μάτια της; Τα μάτια της λάμπουν με ένα θαμπό ασημί φως, σαν την αντανάκλαση ενός αναποφάσιστου κουταλιού στο νεροχύτη.

«Δεν έχουμε να ανησυχούμε, Εκείνη είναι ένας μύθος, μια ιστορία, ένας μπαμπούλας. Το νερό πάντως είναι ζεστό σαν το μέτωπο της Πήξηλ όταν χαζεύει τη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου» τραγουδά η Απορινή και βοηθά τη μικροκαμωμένη κοπέλα να στηριχτεί στις πατερίτσες. «Δεμ έχειθ καν άντικο» απαντά μασώντας η σοκολατοφάγος Πήξηλ, γλείφοντας αμέσως μετά τα πεντανόστιμα δάχτυλά της.

«Αν συνεχίσεις έτσι δε θα μπορείς περάσεις στην αίθουσα σύνταξης. Ποιος θα αναλάβει μετά να στέλνει ξεκούραστα όνειρα σε όσους είδαν θρίλερ ή ντοκιμαντέρ με τσούχτρες το βράδυ, ε;» την σκουντά η Μελαγχολία και ισιώνει τα ολοστρόγυλλα γυαλιά της.
«Και γιατί δε θα μπορώ να περάσω;» φουσκώνει τα μάγουλά της η Πήξηλ.
«Για ανόητους λόγους» αποκρίνεται η Απορινή.
«Για ευνόητους» διορθώνει η Μελαγχολία πριν συμπληρώσει η Απορινή «Επιμένω στην απάντησή μου».

«Έλα τώρα Μελ, αφού ξέρεις πως λατρεύω να στέλνω μεταμεσονύκτιες λιγούρες στους ανθρώπους (Μελ = μικρότερο του Μέλαν = μικρότερο του Μελαγχώ = χαϊδευτικό για το Μελαγχολία). Τις προάλλες σκέφτηκα ένα απίστευτο νέο όνειρο: ονειρεύεσαι πως κοιμάσαι! Μπουμ, απευθείας στο νόημα, δεν- » ο απόμακρος ήχος από το κουδούνι διακόπτει την αναψοκοκκινισμένη Πήξηλ.

«Ελάτε, πίσω στη δουλειά, γιου χου, δεν κρατιέμαι, τι κέφι, πωπωπω, αφήστε λίγη διασκέδαση και για τους άλλους» ξεφυσά η Απορινή και βοηθά τη Μελαγχολία να ανεβεί το λοφίσκο που οδηγεί πίσω στα γραφεία. Η Μελαγχολία όμως είναι συνοφρυωμένη.

«Εϊ! Περιμένετε εμένα…Έσκασα ρε φίλε πάλι!» παραπονιέται η Πήξηλ ξετυλίγοντας μια καραμέλα βούτυρο (για κλείσιμο) και ακολουθεί τις δύο φίλες της. Δυστυχώς, καμιά τους δεν ήξερε τι τις περίμενε σήμερα. Αν γνώριζαν, θα προτιμούσαν τη βαρεμάρα και τη ζέστη.

Δεν υπάρχουν πολλά αξιοθέατα στον Κόσμο-Υπό-Το-Έδαφος, ενώ όσα υπάρχουν μοιάζουν μουντά, σκονισμένα και ξεθωριασμένα, σαν αυτοκόλλητα που έχουν μείνει στον ήλιο για πολύ καιρό και έχουν πάρει ένα γαλάζιο χρώμα (μόνο που το γαλάζιο εδώ είναι γκρίζο). Κάποιος καυχησιάρης φιλόλογος θα χαρακτήριζε τα πάντα εδώ ως απολύτως άπρακτα, λίγο ληθαργικά, νομίμως νωθρά, αρκετά άτονα, αρρωστημένα αδρανή και οπωσδήποτε οκνηρά. Ένας εχθρολόγος από την άλλη (εχθρολόγος εδώ, αγαπητέ αναγνώστη, σημαίνει αυτός που μισεί τόσο πολύ τις λέξεις που θέλει να χρησιμοποιεί όσο το δυνατόν λιγότερες) θα περιέγραφε τα μέρη με έναν μονάχα όρο: βαρετά. Σίγουρα, υπάρχει το Σχεδόν-Φαλακρό Άλσος (μικρό αδελφάκι του Τελείως-Φαλακρού Δάσους) που φέρνει σε πελώριο μέτωπο κάποιου ηλικιωμένου, ναι, το παραδέχομαι, υπάρχει το Ρέμα των Δακρύων που πηγάζει από τα Βουρκωμένα Βράχια και εκβάλλει στη Στενάχωρη Θάλασσα. Θα μπορούσε ίσως κανείς να εκτιμήσει τα σπίτια των Κατοίκων-Υπό-Του-Εδάφους, μια συλλογή από αναποδογυρισμένες κονσέρβες παστής ρέγγας. Ίσως. Τίποτα όμως, και εννοώ απολύτως τίποτα, δεν ξεπερνά σε μουντίλα τα Γραφεία Σύνταξης, ένα κτήριο θαρρείς φτιαγμένο από τούβλα και χασμουρητά. Εδώ είναι όμως, ω γλυκύτατα αυτιά του αναγνώστη, που εργάζονται τα κορίτσια που ανεβαίνουν τώρα τη λασπερή, μαλακή σα βρώμικο σφουγγάρι ανηφόρα (ή κατηφόρα; Συνέχεια τα μπερδεύω).

Ένα στραβό κτίσμα με ραγισμένα κεραμίδια (αποφυγή σύγχυσης με τα σφραγισμένα κεραμύδια, τα ντροπαλά μύδια από κερί που ξεθαρρεύουν και λιώνουν καμιά φορά στις όχθες της Λίμνης Για Κλάματα) ξεπροβάλει πίσω από τον φουσκωμένο λόφο. Η γνώριμη ταμπέλα «Γραφεία Σύνταξης, Βγάλτε Τα Υποδήματά Σας Παρακαλώ» χαιρετά τα κατσούφικα κορίτσια καθώς χτυπούν τις κάρτες εισόδου τους στο μηχάνημα ελέγχου. «ΜΠΙΠ ΜΠΟΠ!» σφυρίζει εύθυμα το μηχάνημα στις κάρτες της Μελαγχολίας και Απορινής που σέρνουν τα βήματά τους στον προθάλαμο. «ΚΡΑΤΣ ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΣΜΠΙΦ!» σχεδόν δακρύζει στην κάρτα της Πήξηλ, η οποία κοιτά τον μεταλλικό φύλακα με ένοχο βλέμμα.

«Σοκολάτα! Πάλι! Πήξηλ, πασάλειψες ξανά την κάρτα σου και το μηχάνημα δεν μπορεί να τη διαβάσει!» γκρινιάζει μια φωνή από μέσα. Η φωνή ανήκει σε ένα ζευγάρι λεπτά σαν ενωμένες άτριχες κάμπιες χείλη, τα οποία με τη σειρά τους ανήκουν σε έναν άντρα με στρατιωτική στολή. Στέκεται στον προθάλαμο και σκουπίζει τον ιδρώτα στο (ανακουφισμένο από μαλλιά) μέτωπό του, το οποίο με όλες τις ρυτίδες που το χαρακώνουν θυμίζει περισσότερο πεδίο μάχης.

«Αχού τώρα Λέομπος, αφού μας ξέρεις, κάθε μέρα ανταλλάζουμε τέσσερα ολόκληρα «Επ» και «Οπ» μεταξύ μας, δε μπορείς να κάνεις τα στραβά μάτια, τουλάχιστον για σήμερα; Κοντεύουμε να λιώσουμε σαν το καημένο τσίζκεϊκ στην αριστερή τσέπη της Πήξηλ» απαντά η προνοητική όταν πρόκειται για πονηριές (και υπεράσπιση φίλων), Απορινή.

Ο Λέομπος αναστενάζει, η Απορινή αναστενάζει πιο δυνατά. Ο Λέομπος αφήνει τελικά την ροδαλή Πήξηλ να περάσει, η Απορινή μετρά από μέσα της τα λεπτά που πρέπει να περάσουν για να συμπληρωθεί μισή ώρα πριν τις 2 ώρες πριν σχολάσουν. Η Μελαγχολία χαμογελά.

«Επειδή είμαι αδερφός σου δεν σημαίνει πως πάντα θα σου επιτρέπω τα πάντα, Απορινούλα» προσπαθεί να παραμείνει αυστηρός ο Λέομπος, με το ύφος κάποιου που γνωρίζει πως γνωρίζουν πως δεν μπορεί να παραμείνει αυστηρός. «Τελευταία φορά».

«Μάλιστα, στρατηγέ, στις διαταγές σας, στρατηγέ» φωνάζει η Απορινή μιμούμενη στρατιωτικό χαιρετισμό.

«Λάθος χέρι. Ξανά. Τέλος πάντων, κορίτσια, θα σας παρακαλούσα να είστε πιο συγκρατημένες σήμερα -Πήξηλ βάλε πίσω στην τσέπη την πάστα φλόρα- καθώς θα έρθει η Αχήμ να επιβλέψει τις εγκαταστάσεις -Απορινή βγάλε το χέρι από το ρουθούνι- και πρέπει όλα να είναι στην εντέλεια -Μελαγχολία ίσιωσε το ανάστημά σου δεσποινίς- έχουμε νέα πως οι Ίσιοι έστειλαν ξανά Διορθώσεις κατά εμάς» λέει ο Λέομπος και συνοδεύει τις δεσποινίδες στην αίθουσα σύνταξης.
«Πφφ, ποιος φοβάται την Αχήμ ή ένα μάτσο Διορθώσεις;» απορεί διστακτικά η Απορινή.

Τώρα, θα έχεις διαμορφώσει κάποιες επιπλέον απορίες μέχρι εδώ. Ναι, ο Λέομπος είναι ο μεγαλύτερος αδερφός της Απορινής, υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κόσμο-Υπό-Το-Έδαφος από κάθε απειλή. Ναι, κραδαίνει ξίφος και ενίοτε φορά περικεφαλαία με πλουμιστό λοφίο. Ναι, έχει αρχίσει να αραιώνει λίγο το μαλλί του από μπροστά και από πίσω, κάτι που τον στρεσάρει, το οποίο με τη σειρά του προκαλεί μεγαλύτερη τριχόπτωση. Ναι, η Απορινή το ξέρει, παρέχει τουλάχιστον το 50% του στρες. Με τον όρο απειλή τώρα εννοώ τις χάρτινες τσούχτρες που κολυμπούν στον αέρα και φτύνουν ζεματιστό μελάνι σε κάθε τσαλακωμένο Ονειροπόρο, κάνοντάς τον να αισθανθεί όπως κάποιος που έχει χάσει το λεωφορείο για 2 δευτερόλεπτα και αναγκάζεται να τρέξει από πίσω του αλλά ο οδηγός δεν σταματά και αρχίζει να βρέχει με δυνατές ψιχάλες που τώρα που το σκέφτεται μπορεί να είναι και χαλάζι και είναι και Δευτέρα. Η Αχήμ είναι η αρχηγός του στρατού του Κόσμο-Υπό-Το-Έδαφος, η σμήναρχος, αν θέλεις, η μικρή φαλάκρα στην κεφαλή του Λέομπος.

Οι τέσσερίς τους κατευθύνονται στον χώρο με τα μεταλλικά γραφεία και τις ξύλινες γραφομηχανές, «το Κολαστήριο» σύμφωνα με την Απορινή. Η Μελαγχολία ξέρει πως η Απορινή κατά βάθος φοβάται και σέβεται την Αχήμ, το έχει συζητήσει με την Πήξηλ μια μέρα στο 2ο πρόγευμά της. Και αυτή την φοβάται λίγο αλλά γνωρίζει πως η σμήναρχος θέλει το καλό των τσαλακωμένων Ονειροπόρων και έχει κουραστεί να ψαλιδίζει τα χάρτινα πλοκάμια των Διορθώσεων μέρα-νύχτα. Κάποτε μάλιστα δούλευε στα γραφεία, πριν επιδεινωθεί εντελώς η κατάσταση. «Επιδεινωθεί εντελώς» εδώ σημαίνει «γεμίσει με τόσες πολλές αναθεματισμένες τσούχτρες που η Αχήμ αναγκάστηκε να βάλει τον Λέομπος στη θέση της και αποσύρθηκε στη φύλαξη των συνόρων».

Η Μελαγχολία κάθεται και ετοιμάζεται να πληκτρολογήσει κάποια άκρως μελαγχολικά όνειρα που σκαρφίστηκε στο ρέμα, πριν ακούσει το πνιγμένο χαχανητό της Πήξηλ. Χαμογελά θλιμμένα. Γνωρίζει πως τα κορίτσια της έχουν φτιάξει νέο αναπηρικό καροτσάκι από ξύλο δακρύζουσας οξιάς (μακρινή εξαδέλφη της κλαίουσας ιτιάς) και το έχουν «κρύψει» μέσα στη ντουλάπα. Το «κρύψει» βρίσκεται μέσα σε «» επειδή η ντουλάπα είναι μισάνοιχτη και η Μελαγχολία βλέπει το νέο της άρμα πεντακάθαρα. Ισιώνει τα γυαλιά της και σφουγγίζει την κατακόκκινη μύτη της με ύφος κάποιου που συγκινείται με τη γενναιοδωρία δύο φίλων αλλά δεν μπορεί να πιστέψει την άθλια κρυψώνα που σκαρφίστηκαν.

Όλα μοιάζουν πως η σημερινή μέρα θα είναι όπως και οι αμέτρητες υπόλοιπες, σκέφτεται η Μελαγχώ. Αλλά δεν τη πειράζει, της αρέσει η καθημερινότητά της. Αγαπά την απραγία της Πήξηλ και την κυνικότητα της Απορινής, συμπαθεί την αυστηρότητα του Λέομπος, ακόμα και η δουλειά της -να στέλνει μελαγχολικά όνειρα στους ανθρώπους- μοιάζει ως κάτι όμορφο σαν καλοκαιρινή μπόρα. Αρχίζει να πληκτρολογεί «καλοκαιρινή μπόρα». Θυμάται όταν είχε πρωτοέρθει στο γραφείο, ήταν τόσο μπερδεμένη όσο τα ακουστικά κινητού σε τσέπη μπουφάν. Τότε μισούσε το όνομα της με τη δύναμη κάποιου ελαφρώς δυνατότερου από το μέσο όρο ήδη δυνατών κάποιων.

«Γιατί με λένε Μελαγχολία; Γιατί το όνομά μου δηλώνει σε όλους ποια είμαι; Και αν θέλω να είμαι κάτι άλλο;» είχε κλάψει τότε τόσο πολύ, λέγεται, που δημιούργησε έναν παραπόταμο στο Ρέμα των Δακρύων. Εκεί πήγαν για πικνίκ σήμερα. «Είσαι κάτι διαφορετικό από εμάς» της είχε απαντήσει η Αχήμ τότε «είσαι μια ίσια Ονειροπόρος που πέταξαν εδώ κάτω, στον λάκκο. Θα δεις λοιπόν πως αντιμετωπίζουμε τους εχθρούς μας» σοβάρεψε και ορθώθηκε μπροστά στο κοκαλιάρικο κορίτσι.

Ζεστή σοκολάτα, ένα λεξικό με παροιμίες και ένα χέρι να την σηκώσει από τα χώματα. Έτσι την αντιμετώπισαν η Αχήμ και οι τσαλακωμένοι Ονειροπόροι, μαζί με μια δουλειά στα Γραφεία Σύνταξης. Α, και μια κονσέρβα για σπίτι. Δεν θυμάται κάτι από το Γυάλινο Παλάτι, το προηγούμενο σπιτικό της – θυμάται μονάχα μυρωδιά μαλακτικού, σωστή ορθογραφία και…και μια πτώση. Και μετά πόνο, φριχτό πόνο σε σώμα και κεφάλι, ο πόνος που δοκιμάζεις όταν πίνεις πολύ γρήγορα τη γρανίτα ή πέφτεις από δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα στα πόδια σου. Θυμάται ακόμη την πρώτη ερώτηση που έκανε όταν την βρήκαν «Θα μπορέσω να παίξω πιάνο μετά την ανάρρωση;»
«Πιστεύω πως ναι» είχε γνέψει η θολή φιγούρα μιας νοσοκόμας.
«Υπέροχα, γιατί δεν ξέρω να παίζω πιάνο» είχε γελάσει τότε. Και μαζί της γέλασαν και άλλοι. Και η Μελ ήξερε πως ήταν σπίτι της.

Μακάρι τα πράγματα να παραμείνουν έτσι, στοχάζεται από μέσα της και σηκώνεται στις πατερίτσες της. Κοιτά το νέο της αναπηρικό καροτσάκι που της χαμογελά μέσα από τη ντουλάπα. Αστράφτει στο αδύναμο φως από τις λάμπες, έχει διπλό κάθισμα με μεταξωτή επένδυση, οι ρόδες του έχουν επικάλυψη από καουτσούκ και την επόμενη στιγμή συνθλίβεται εξολοκλήρου.

Σκόνη, βήχας, φωνές σμπαραλιασμένο καροτσάκι, σκόνη, ήχος από γρανάζια, πιο αγχωμένες φωνές, πιο αγχωμένη σκόνη, ποδοβολητά, σοβάδες που πέφτουν, ταβάνια που πέφτουν, τρίχες που έπεσαν – Ο Λέομπος! Με ξίφος και περικεφαλαία, τσούχτρες και μελάνι, μεταλλικά πόδια και ατσάλινα νεύρα. Σπαθιές στον αέρα, μελάνι στους τοίχους.

Η Μελαγχολία ήταν εκεί όταν είδε το γιγάντιο χέρι με τα λεπτά και μυτερά σαν πόδια αράχνης (με τακούνια) δάχτυλα να αρπάζει την Πήξηλ και την Απορινή με μια σαρωτική κίνηση. Ήταν εκεί όταν ο Λέομπος την τράβηξε πίσω με ζεστούς κρυστάλλους να ρέουν από τα μάτια του «Φύγε, τρέξε Μελαγχολία! Σώσε τον εαυτό σου» ουρλιάζει και την καλύπτει με το σώμα του, δευτερόλεπτα πριν τσουρουφλιστεί με βραστό μελάνι Διόρθωσης. Ήταν εκεί όταν η Αχήμ άφησε την τελευταία της ιαχή μάχης και όρμησε να αντιμετωπίσει…Εκείνη. Γιατί Εκείνη είχε απελευθερωθεί από τη Γυάλινη Φυλακή και είχε έρθει να μαζέψει όλους τους τσαλακωμένους, έναν προς έναν προς έναν, αρπάζοντας και πετώντας τους στο σκουριασμένο κλουβί που είχε στην κολοσσιαία Της πλάτη – αντί για κάγκελα όμως, τα κόκαλα και οι χόνδροι της σπονδυλικής Της στήλης έφραζαν τον δρόμο της ελευθερίας.

Φόβος, τρόμος, τρέλα, κοφτές ανάσες, η καρδιά της θα σπάσει τον θώρακά της και θα βγει να χορέψει κλακέτες πάνω στο στήθος της. Η Μελαγχολία τρέχει με τις πατερίτσες, σκοντάφτει, πέφτει. Ακούει την οροφή της Αίθουσας Σύνταξης να καταρρέει, ακούει φλόγες να τυλίγουν τοίχους και Ονειροπόρους μαζί. Εκείνη ήρθε, και δεν έβγαλε καν τα υποδήματά της πριν μπει. Ακούει τα γρανάζια, κλικ κλακ, κλικ κλακ, κλικ κλακ. Δακρύζει, η κόκκινη μύτη της ανατινάζεται όπως ένας δυναμίτης ή μια μύτη που έχει βρεθεί μπροστά στον χαμό του σπιτιού της, των φίλων της – της οικογένειάς της. Πέφτει, σέρνεται στη λάσπη, μικρές σκλήθρες μπήγονται στα πόδια και τους αγκώνες της. Τρέμει σύγκορμη, αναφιλητά και μύξες και σάλια και ιδρώτας. Κλικ κλακ, κλικ κλακ, κλικ κλακ. Εκείνη είναι εδώ. Καταστρέφει το σπίτι της. Την βρήκε.

Τα γυαλιά της Μελαγχολίας έχουν πέσει και θρυμματιστεί εδώ και ώρα, τα δάκρυα της θολώνουν τα μάτια, μουσκεύουν τα μάγουλά της και σχηματίζουν λευκά ρυάκια που διασχίζουν το λασπωμένο της πρόσωπο. Παρόλα αυτά Την βλέπει: το ακανόνιστο σχήμα του πελώριου κορμιού της όταν σκύβει προς τα μπροστά, που μοιάζει να είναι σουλουπωμένο από μέσα προς τα έξω, τις σκουριασμένες βελόνες που έχει αντί για πόδια και δάχτυλα, την τρομακτική συμμετρία που εμφανίζει σε κάθε σπιθαμή της μορφής Της. Το μέγεθός Της; Φανταστείτε ένα ζέπελιν με δύο ελέφαντες στοιβαγμένους πάνω του και θα έχετε το μισό Της ανάστημα. Περίπου. Τα μάτια της; Σβησμένα άστρα. Τα χείλη της; Συρραμμένα. Η ανάσα της; Καυσαέριο. Ο χτύπος της καρδιάς της; Κλικ κλακ, κλικ κλακ, κλικ κλακ. Η φωνή της; Αγγελική. Το θρόισμα των φθινοπωρινών φύλλων στο πεζοδρόμιο, η σιωπή αφού σκοτώσεις ένα κουνούπι, η Πέμπτη συμφωνία του Μπετόβεν σε πέντε νότες. «Μελαγχολία; Γλυκιά μου Μελαγχολία, μην κλαις, μη στεναχωριέσαι! Εμείς είμαστε, οι αδελφές και οι αδελφοί σου, οι ίσιοι και σωστοί Ονειροπόροι!» σιγοτραγουδά και χαμογελά πίσω από το κίτρινο σαν ταπετσαρία οδοντιατρείου πρόσωπό της. Οκτώ σειρές από κοφτερά σαν ψεύτικες βλεφαρίδες δόντια αστράφτουν μέσα. Όμως δεν υπάρχει γλώσσα, και ο οισοφάγος της δεν φαίνεται να τελειώνει πουθενά.

Πλατσουρίζοντας στην προσωπική της πισίνα αλμυρών δακρύων, η Μελαγχολία προσπαθεί να ελέγξει την αναπνοή της. Τα καταφέρνει.

«Γύρνα σε εμάς, γλυκιά Μελαγχολία, και εμείς θα σε συμμορφώσουμε! Θα σε ισιώσουμε. Δες, δες τι μπορείς να δεις με τα μάτια μας» γουργουρίζει και ανοίγει μια πορτούλα στην σπλήνα της. Αμέσως, χρωματιστά λουλούδια κάθε λογής και απόχρωσης ξεχύνονται, πετούν, χορεύουν γύρω και πάνω από την πεσμένη Μελαγχολία. Πορφυρές πετούνιες, τιρκουάζ ορχιδέες, ζαφειρένιοι νάρκισσοι, κεχριμπαρένιες τουλίπες, χρώματα που η Μελαγχολία δεν αναγνωρίζει. Και μουσική! Φλάουτα και λαούτα, κιθάρες και βιόλες που ανυψώνουν τα άνθη ολοένα και πιο ψηλά, ολοένα και γρηγορότερα.

«Σήκω, κορίτσι μου, δεν χρειάζεσαι πια τα πόδια σου. Απλώς πιάσε το χέρι μου και έλα μαζί μου» νανουρίζει Εκείνη και απλώνει το χέρι της. Η Μελαγχολία σηκώνεται. Περπατά. Με τα πόδια της. Εκείνη γουρλώνει τα μάτια, γλείφει τα χείλη και κουρδίζει την καρδιά της. Κλικ κλακ. Η Μελαγχολία πλησιάζει την προτεταμένη παλάμη αλλά παραμένει σιωπηλή, στο πρόσωπό της αντιφεγγίζουν τα χρωματιστά άστρα, τα αυτιά της αναβλύζουν με μελωδίες, τα μάτια της όμως είναι στεγνά. Ούτε σταγόνα. Φτάνει. Ως εδώ.

«Όχι. Δεν μισώ το όνομά μου, δεν ντρέπομαι για αυτό που είμαι. Διότι η τρέλα δίνει ώθηση στην καινοτομία, η πλήξη οδηγεί στην πράξη, ο φόβος στο θάρρος. Διότι υπάρχει ευστροφία στην πονηριά, δύναμη στον πόνο, κουράγιο στη μάχη, ανθρωπιά στον πόλεμο, ομορφιά στη μελαγχολία. Τσαλακωμένες και ίσιες σκέψεις – όλες τους είναι απαραίτητες, όλες τους όμορφες με το δικό τους τρόπο. Αυτές κάνουν έναν άνθρωπο ολοκληρωμένο, αυτές του δίνουν πνοή και σάρκα. Όχι, δεν είμαι ούτε τσαλακωμένη ούτε ίσια. Είμαι ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ».

Δεν υπάρχει αρκετά μεγάλη γραμματοσειρά για να περιγράψει τη λέξη ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ που ούρλιαξε η Μελαγχολία εκείνη την ημέρα. Λέγεται πως ο ήχος πλανάται ακόμα κάπου, απτόητος, απρόθυμος να χαθεί. Μια λέξη ράγισε το σκουριασμένο σώμα Της και βραχυκύκλωσε την κουρδιστή καρδιά Της. Μια λέξη Την λύγισε σαν το σπίρτο που σιγοκαίει και τελικά…πέφτει. Παραδίνεται. Η ίδια λέξη εξαφάνισε κάθε Διόρθωση και έσπασε την οροφή, η ίδια λέξη θρυμμάτισε το Γυάλινο Φαράγγι και συντάραξε τα θεμέλια του Γυάλινου Παλάτιού, ταρακουνώντας για τα καλά τους ίσιους Ονειροπόρους με τις πουδραρισμένες τους μύτες. Και όπως Αυτή διαλυόταν, οι τσαλακωμένοι φυλακισμένοι απελευθερώθηκαν. Υπήρχαν απώλειες, ναι. Όσοι επι-

Related posts:

  1. Έπεσε η κοπέλα
  2. Τα μάτια στο σκότος έστρεψα