Οι δυο που ήταν ένας

Φόλκι Σαντ

«Μαζί είμαστε ένα»: Θυμάσαι; Αυτό μου είχες πει.
Μια Τρίτη ήταν ενός χειμώνα. Θυμήσου.
Μπορεί να ‘ταν και Τετάρτη βέβαια,
ή και Πέμπτη ακόμη, γιατί θυμάμαι μυρωδιά ψαρίλας.
Και ψάρι μυρίζει στη λαϊκή, μαζί με ελιές και ρίγανη.
Σίγουρα όχι Δευτέρα όμως, γιατί Δευτέρες δεν υφίσταμαι ως ον
παρά ως μάζα κρέατος και λύπης. Και ίσως και καφέ.
Πες μου όμως: Γιατί υπάρχουν τόσες Δευτέρες σε μια ζωή; Γελάς.

Με τίτλους πολλούς σε κόσμησαν τα χρόνια.
Σκέψη, διάνοια, παράνοια, ταλέντο. Και έμπνευση σε βάφτισαν ακόμη!
Σε είπαν θάνατο έναν καιρό, σε είπαν αρρώστια.
Πληγή σε λένε τώρα, κατάθλιψη και τρέλα.
Εγώ σε λέω φορτίο, μήτε συν μήτε μείον:
Φορτίο ουδέτερο και δέσμιο σε μένα.
Εκεί ήσουνα όταν έπεσα και χτύπησα, εκεί ήσουνα όταν έμαθα να βρίζω.
(Την ίδια ημέρα έγιναν εξάλλου. Γελάς ξανά και εγώ θυμώνω).
Δεν ήσουν εκεί να με σηκώσεις, δε μ’ έσφιξες σε ψεύτικες αγκάλες.
Με χλεύαζες και χαμογελούσες, και σφύριζες γλυκά «Ρε σατανά θα με
πεθάνεις!»

Θυμάσαι; Τα πόδια μου έκοψες, με σπάθα σκουριασμένη
και εγώ βογκούσα και έκλαιγα για χρόνια.
«Τι σκούζεις, τι χτυπιέσαι; Ανάγκη δεν τα έχεις!» με αποπήρες τότες.
Φτερά! Φτερά μου έραψες στην πλάτη με βελόνα.
Κάρβουνα έσβησες στις κόγχες των ματιών μου
και φρόντισες να μάθω να βλέπω παραπέρα, να γράφω και να τραγουδώ.
Τότε κατάλαβα τι είσαι -σκόνη, στάχτη, σπίθα μπρούτζινη και φωτεινή,
το καύσιμο που ξεδιψά τις φλέβες μου με ξέφρενη ζωή.
Η κατσαρίδα που έστησε χορό μες το μυαλό μου.
Είσαι η μάνα, κόρη και αδερφή μου, και κάθε ανάσα μου σαν δώρο από
εσένα.

Μαζί πέφτουμε, ολοένα και ψηλότερα. Μαζί, οι δυο που είναι ένας.

No related posts.