Γιατί γράφει ο Τσέχοφ;

«Μια αρνητική κριτική αξίζει περισσότερο από το τίποτε, από το να σε αγνοήσουν… ή μήπως όχι;»

Ο Άντον Τσέχοφ δεν γράφει ούτε για το χρήμα ούτε για την φήμη ούτε για τους επαίνους. Δεν γράφει για την κριτική ούτε και για το αόρατο κοινό, στο οποίο πιστεύει τόσο, όσο και σε ένα στοιχειακό. Γιατί γράφει τότε; «Δεν μας κλείνουν τις πόρτες, επειδή γράφουμε. Αντίθετα γράφουμε, επειδή μας κλείνουν τις πόρτες και δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε» σημειώνει σε επιστολή του προς τον Μαξίμ Γκόρκι. Η προσωπική ευχαρίστηση που δοκιμάζει κατά τη διάρκεια της συγγραφής δεν αρκεί για να δικαιώσει την πράξη. Χρειάζεται ένα κίνητρο, έναν μοχλό, μια ιδέα πίσω από τη σύλληψη.

«Δεν έχω ανάγκη να γράφω και μου είναι δύσκολο να συνταιριάξω την επιθυμία για ζωή με την επιθυμία να γράφω» αναφέρει σε επιστολή του προς τον αδελφό του, Αλέξανδρο Τσέχοφ. Ακριβώς αυτή η αναζήτηση της αιτίας, ενός συνεχόμενου και αναπάντητου «γιατί», μεταφράζεται στα πρόσωπα και τις ενέργειες των χαρακτήρων του, στους όρθιους αυτούς πασσάλους μιας σπασμένης αποβάθρας, που κρατιούνται με φαγωμένα νήματα μπροστά στα κύματα της γκρίζας καθημερινότητας. Δεν μπορεί άλλωστε να κάνει κάτι διαφορετικό γι’ αυτό. Χαρούμενοι άνθρωποι γράφουν μελαγχολικές περσόνες. Και ο Τσέχοφ είναι ένας χαρούμενος άνθρωπος.

Στην προσπάθειά του να μεταφράσει τις σκέψεις σε λέξεις, το αίμα σε μελάνι, ο Τσέχοφ ανησυχεί πολλές φορές μήπως ξεφεύγει: «Θεέ μου, κάνε με να μη μιλώ και να μη συζητώ γι’ αυτά που δεν γνωρίζω και δεν καταλαβαίνω» στοχάζεται μόνος του, ανησυχώντας περισσότερο για την προβολή μιας κάλπικης αυθεντίας που φωνάζει δια στόματος των σιωπηλών χαρακτήρων του.

Χωρίς πλοκή και χωρίς τέλος. Κάτι συνηθισμένο και καθημερινό, διαφορετικό και οικείο συνάμα, χυδαίο, άκομψο και στραβό. Μ’ αυτά τα λόγια συμβουλεύει τους νέους συγγραφείς ο Ρώσος «ιατρός της γραφής». Α, και κάτι τελευταίο. «Η συντομία είναι η αδερφή του ταλέντου. Να είσαι σύντομος».

*Αναδημοσιεύση από lavart.gr.

No related posts.