Η ψιθυριστή κραυγή όλων των ανθρώπων

A Silent Voice (Koe No Katachi) / Kyoto Animation / 2016

Κριτική

Πάντα προσπάθεια. Πάντα αποτυχία. Δεν πειράζει. Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα.

Samuel Beckett, Worstward Ho (1983)

Λυμένα κορδόνια, σπασμένοι γραφίτες μολυβιών, τζιτζίκια, ρέουσες μύτες μαθητών, σταγόνες ιδρώτα, μια μπάλα που αναπηδά, ένα μελαγχολικό χαμόγελο· η μυρωδιά της βροχής· η επώδυνα ειλικρινής παραδοχή πως κάποια στιγμή στη ζωή τους, όλοι σκέφτηκαν να ξεφορτωθούν τα βαρίδια τα προσδεμένα στους αστραγάλους με μια μοναδική, σαρωτική κίνηση· ένα άλμα.

Ο Shoya βρίσκεται μπροστά στο κενό. Λίγα εκατοστά χωρίζουν τον ίδιο από το χάσμα που χάσκει εμπρός του σιδηρού κιγκλιδώματος της γέφυρας. Γύρω του τα υγρά νέον φώτα μιας πολύβουης νυχτερινής πόλης της Ιαπωνίας. Ένα βήμα και θα απογειωθεί, θα πετάξει, δίχως να χρειαστεί να προσγειωθεί ποτέ ξανά. Φοβάται, όμως. Το σώμα αδρανεί, ακινητοποιείται. Παραλύει. Κάτι τον κρατά δέσμιο, τυραννά τις σκέψεις και τιθασεύει τον ακανόνιστο χτύπο της καρδιάς του. Λίγες σκόρπιες αναμνήσεις από το δημοτικό, εικόνες ταριχευμένες στο χρόνο, ξεθωριασμένες αλλά με την κορνίζα επιχρυσωμένη, να λαμποκοπά ακόμα. Έστω λίγο, έστω αμυδρά. Έτσι ξεκινά το A Silent Voice, και επρόκειτο για μια άφοβη αρχή ενός άφοβου έργου.

O Shoya βρίσκεται μπροστά στην Shoko. Λίγα εκατοστά τον χωρίζουν από το ενοχλητικά χαμογελαστό της πρόσωπο, το πάντα χαμογελαστό της πρόσωπο. Του κάνει ξανά μια χειρονομία με τα εύθραυστά της δάχτυλα. Της ξεριζώνει με δύναμη το ακριβό ακουστικό βαρηκοΐας από το αυτί, όπως έχει κάνει άλλωστε και με δεκάδες άλλα τις προηγούμενες εβδομάδες. Αυτή αρθρώνει μια άναρθρη κραυγή. Αυτός δεν την καταλαβαίνει, κανείς στην τάξη δεν την καταλαβαίνει, ούτε καν οι καθηγητές. Όμως πρέπει να την αντιμετωπίζουν διαφορετικά. Το αυτί της ματώνει. Το καλύπτει και καταπίνει τα αναφιλητά. Αυτό τον εξαγριώνει. Σπάει το ακουστικό, ρίχνει κάτω τα βιβλία της, τραβά τα μαλλιά της. Η Shoko όμως συνεχίζει να χαμογελά. Και αυτό εξαγριώνει τον Shoya ακόμα περισσότερο, κι έτσι συνεχίζει να σπρώχνει/ κοροϊδεύει/ πειράζει το κουφό κορίτσι. Σταδιακά, ολοένα και περισσότεροι συμμαθητές του σταματούν να βλέπουν τα πειράγματα ως καλοπροαίρετα αστεία, ολοένα και περισσότερα άτομα τον παροτρύνουν να σταματήσει. Εκείνος όμως συνεχίζει να οργίζεται, κι εκείνη συνεχίζει να χαμογελά. Εκείνος φωνάζει και εκείνη δεν ακούει.

Τώρα: Ο Shoya βρίσκεται στο γυμνάσιο. Απόμακρος και παρατημένος. Πνιγμένος σε τύψεις και ενοχές, βιώνει μια αβάσταχτη επανάληψη της καθημερινότητας – αντιμετωπίζει τα πάντα με μια γκρίζα, μετριασμένη απάθεια. Βιώνει την τιμωρία που έχει αποδεχθεί πλέον πως του αντιστοιχεί, μια καταδίκη που έκρινε αντάξια του εγκλήματος που διέπραξε. Αυτοεξορίζεται, κατά τρόπον, αυτοτιμωρείται. Τυπικά ευγενικός, ήρεμος στην επιφάνεια, νοιώθει παρ’ όλα αυτά τα πόδια του ως μολυβένια και βαριά – δεν τον πειράζει, όμως, καθώς εντός του γυμνάζει εδώ και καιρό την ιδέα της πλήρους απελευθέρωσης· το άλμα. Παράλληλα με το σχολείο, εργάζεται για να αποπληρώσει τα ακριβά ακουστικά που κατέστρεψε πριν χρόνια, χρήματα τα οποία και αναγκάστηκε να δώσει η χωρισμένη του μητέρα. Έτσι συνεχίζει, ολομόναχος και αποφασισμένος. Λησμονημένος. Τότε είναι όμως που θα δει ξανά την Shoko. Την Shoko και το χαμογελαστό της πρόσωπο. Και τότε θα θελήσει να λυτρωθεί από τον εαυτό του: να ζητήσει τη συγχώρεσή της.

Animation: Ρευστό, τα χρώματα δένουν και δίνουν πνοή στις ασπρόμαυρες σελίδες του manga. Κάθε σκηνή βρίσκεται βουτηγμένη στη νοσταλγία ενός μεσημεριανού ονείρου, απεικονίζει δε τη θλίψη και ευτυχία υπό παρόμοιο φως: δεν προσπαθεί να πει στους ακροατές τι να αισθανθούν και πότε, αυτό γίνεται φυσικά και ανεμπόδιστα, αβίαστα. Όπως και ο αγώνας για λύτρωση και αποδοχή του Shoya, ο οποίος μαθαίνει να μην αποκλείει τους υπόλοιπους από το γυάλινο παλάτι που έχτισε γύρω του, ραγίζοντας με κάθε γνωριμία τα τείχη τα φτιαγμένα από ντροπή. Η αναπαράσταση της παιδικής ηλικίας γίνεται με ένα κολλάζ αναμνήσεων, ασύντακτες προτάσεις που συντάσσουν το πρώτο κεφάλαιο στη ζωή ενός ανθρώπου: η επιστροφή το μεσημέρι από το σχολείο, το αντιφέγγισμα των ηλιαχτίδων σε ρηχά νερά, το στραβό παζλ της σκιάς των φυλλωσιών που θροΐζουν στον απογευματινό αέρα, οι γρύλοι, η βουβή βοή μιας απόμακρης λεωφόρου, η κιμωλία που γρατζουνά τον μαυροπίνακα, το τάϊσμα ψαριών σε μια μικροσκοπική λίμνη.

Ζητήματα: Σχολική βία, bullying, απάθεια/ ανυπαρξία ενδιαφέροντος από καθηγητές και πολλούς ενήλικες, ο κρυφός, σκληρός και ωμός κόσμος των παιδιών που λειτουργούν στη βάση πρωτόγονων κανόνων, ο αγώνας των γονιών να συμφιλιωθούν με την ιδέα πως τα παιδιά τους μεγάλωσαν διαφορετικά. Το ακατέργαστο αίσθημα της προκατάληψης που χειρίζονται και στρέφουν τα παιδιά προς οτιδήποτε διαφορετικό, το πείσμα και η αλαζονεία, η εύρεση απλών λύσεων («να ακούσεις τον άλλον») και η αποφυγή περίπλοκων διεξόδων, η ευθύνη που αισθάνονται οι γονείς για τις δράσεις των παιδιών τους, η επιλογή της διόρθωσης μιας σχέσης/ κατάστασης άνευ χρονικών περιορισμών («ποτέ δεν είναι αργά»), ο παραγκωνισμός της περηφάνιας, η φιλία που χτίζεται και δεν απαιτείται. Η αυτοκτονία ως πιθανή διέξοδος, η ματαιότητα της ύπαρξης. Η μοναξιά, η πίκρα της απόλυτης εκκένωσης του θάρρους εμπρός των ευθυνών, μιας εκκένωσης που μετενσαρκώνεται στην πιο οικτρή μορφή προδοσίας: την προδοσία του εαυτού.

Έργο: Slice of life, δε χωρίζεται στο κλασικό τρίπτυχο: πρώτα όλα πάνε καλά, μετά υπάρχει σύγκρουση, και τέλος ένα resolution (που συχνά μεταβαίνει στο happy ending – η δύναμη της φιλίας υπερνικά τα πάντα). Οι μεταπτώσεις στην ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων είναι συνεχόμενες και μεταβαλλόμενες, διαρκώς εξελισσόμενες και γειωμένες. Πιστευτές. Ο πρωταγωνιστής κάνει ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω, διστάζει, τολμά όμως ακόμα μια δρασκελιά· γλιστρά και γκρεμίζεται κάτω. Τώρα συνέρχεται, ξαναπέφτει, σέρνεται, διστακτικά, δειλά, άτολμα. Ξανασηκώνεται. Κουτσαίνει, χοροπηδά, βηματίζει αδέξια και άχαρα. Συνεχίζει, όμως: καθώς το ζήτημα δεν είναι πόσο γρήγορα ή δυνατά μπορεί να τρέξει, ούτε το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει. Το ζήτημα είναι πόσες φορές μπορεί να πέσει κάτω και να ξανασηκωθεί. Να πέσει κάτω και να ξανασηκωθεί. Να πέσει κάτω και να ξανασηκωθεί. Μέχρι τα πρόσωπα που κάποτε δεν έβλεπε να αρχίζουν να αποκτούν ξανά ευδιάκριτα χαρακτηριστικά, τα χρώματα να φλογίζουν πιο κορεσμένα, τα περιγράμματα να οξύνονται εντονότερα (διπλοπατημένα με μολύβι 9Β). Ο Shoya δεν κατεβάζει πια το κεφάλι αλλά κοιτά γύρω του, πάνω του – και πάντα μπροστά· Αφουγκράζεται. Επιτέλους, γνωρίζει πώς να ακούει τις σιωπηλές φωνές.

Μουσική: Πιάνο, βιολί, strings. Απαλή, αργό tempo που επιταχύνει όταν χρειάζεται: δυναμώνει δίχως να ενοχλεί ή να απαιτεί κάποιο συναίσθημα, δεν προστάζει αλλά διατρυπά πέρα για πέρα. Απλή αλλά αποτελεσματική, υπογραμμίζει τελικά τον χαρακτήρα ολόκληρου του έργου: χρήση απλώς τεχνικών στην αναπαράσταση μιας πραγματικότητας που φαντάζει υπερβολικά οικεία στην απουσία υπερβολής της. Στη σύνθεση ενός ολοκληρωμένου δράματος συμβάλλουν και οι Voice Actors, που κάνουν αυτό το έξτρα βήμα για να φιλτράρουν την οδύνη με τα τρεμουλιαστά τους βιμπράτο.

Τελικά: Το A Silent Voice πρώτα περπατά και μετά τρέχει, πριν τελικά απογειωθεί. Η διάρθρωση της ταινίας είναι τέτοια που δεν της επιτρέπει το φλεγματικό ρουθούνισμα που παρουσιάζουν πολλά anime παρόμοιου είδους. Τολμά να θίξει και να μαλώσει, όχι όμως αυθάδικα και προσποιητά. Καταδεικνύει το φορτίο δύναμης που κουβαλούν όχι μόνο οι λέξεις αλλά και οι προθέσεις, όχι μόνο οι υποσχέσεις αλλά και οι πράξεις. Αποφασίζει να αποδείξει πως όταν όλα στραβώνουν, δεν ωφελεί να γείρεις το κεφάλι. Εν τέλει, δεν ξεφορτώνεσαι να βαρίδια με το να πηδήξεις: Αυτά θα σε ακολουθήσουν, άλλωστε. Μαθαίνεις να ζεις με αυτά, αν χρειαστεί όμως, πριονίζεις τα πόδια σου· ξεριζώνεις βαρίδια και ξεβιδώνεις αστραγάλους και ποδοκνημικές αρθρώσεις και τυλιγμένες νευρικές απολήξεις· μπορεί να τρυπηθείς, ναι. Να πονέσεις και να σκιστείς και να ουρλιάξεις και να πνιγείς στο αίμα και τις αμφιβολίες σου.

Συνεχίζεις, όμως, να προσπαθείς. Συνεχίζεις, όμως, να υφίστασαι.

*Αναδημοσίευση από lavart.gr.

Related posts:

  1. Ένα αντιπολεμικό εμβατήριο για τον πόλεμο