Ένα αντιπολεμικό εμβατήριο για τον πόλεμο

ΣΛΟΥΜΠ / Χανς Χέρμπερτ Γκριμ / Κέδρος

Επισκόπηση

«Αντιεθνικιστικό, αντιηρωικό, ανθρώπινο, ειρηνιστικό, φιλογαλλικό, ουμανιστικό, ευρωπαϊκό, ευχάριστο και καλογραμμένο. Ένα φωτεινό βιβλίο από μια σκοτεινή εποχή».

Φόλκερ Βάιντερμαν

Γραμμένο το 1928 από τον Χανς Χέρμπερτ Γκριμ, το «Σλουμπ» αποτελεί στον πυρήνα του ένα αντιπολεμικό εμβατήριο που σαλπίζεται με αναπάντεχα ήρεμη ανάσα. Αφηγείται ιστορίες και περιπέτειες από τη ζωή ενός εφήβου αντιμέτωπου με έναν κόσμο ενηλίκων, εξιστορεί την πορεία ενός άγνωστου μουσκετοφόρου μέσα από γραφεία στοιβαγμένα με έγγραφα και πεδιάδες στοιβαγμένες με πτώματα.

Μια πορεία που διαγράφεται με την ίδια μηχανική συνέπεια – ένα είδος ονειρικής μέθης που καθοδηγεί τον νεαρό Σλουμπ από τα κόκκινα πανδοχεία των γαλλικών χωριών στα μαύρα χαρακώματα των γαλλικών ερειπίων. Από τη θαλπωρή μιας σπάνιας ξυλόσομπας στην αγκάλη ενός συνηθισμένου, αδυσώπητου χειμώνα. Νεόπλουτος στις εμπειρίες αυτές, πεισματάρης και περήφανος, αλαζόνας και φιλόδοξος, ο στρατιώτης που του λείπει η μητέρα του ατενίζει το θάνατο από κοντά. Εξαιρετικά κοντά.

Και δεν πρόκειται για μια ευκαιριακή ανταλλαγή βλεμμάτων, ούτε και συμβαίνει μονάχα μια φορά αλλά προκύπτει ξανά και ξανά και ξανά – η σπαρακτική παράσταση ανανεώνεται συνεχώς, και ο Σλουμπ χαιρετά το σαβανοζωσμένο θίασο με σφαγιαστική συνέπεια. Γίνονται γνωστοί, παλιοί γνώριμοι που συναντώνται συχνά στους σκουριασμένος λόφους και τις πόλεις νεκροταφεία: διότι ο θάνατος μιλά στον Σλουμπ μέσα από πολλά στόματα και του τραγουδά με πολλές φωνές, γλυκές και καταπραϋντικές και πένθιμες. Άλλοτε θα είναι οι βροντές των κανονιών που βομβαρδίζουν μια γειτονική κωμόπολη, άλλοτε το ασίγαστο τρέμουλο στα τζάμια των παραθύρων. Ήχοι απρόσωποι, στην αρχή, απόμακροι απόηχοι ενός απόμακρου πολέμου. Τα μισότρελα λόγια των συντρόφων του γύρω από μια φωτιά, τα παρακάλια για περισσότερο φαγητό. Οι θρήνοι αυτών που έχασαν ένα μέρος του εαυτού τους και ξεθωριάζουν στις παστέλ αίθουσες των πράσινων νοσοκομείων.

«Όλα γκρεμίζονται, ένας συνεχίζει να περπατάει»

Πως λοιπόν τα αντιμετωπίζει αυτά ο Σλουμπ; Μπροστά στις σάρκινες κορδέλες των δύο Εγγλέζων που χορεύουν στον αέρα πάνω από το κεφάλι του, μπροστά στον κρεμασμένο Γερμανό στρατιώτη που ουρλιάζει για τη μητέρα του, τι κάνει ο εύθυμος, ο αδέξιος Σλουμπ; Πως αντιδρά; Πως συνεχίζει; Παραμένει αλώβητος; Ακόμη ένα πλαστικό στρατιωτάκι, εγκλωβισμένο σε έναν κόσμο αθωότητας και ιδεώδους, έναν κόσμο χτισμένο με όνειρα αντί για τούβλα.

Ταυτόχρονα όμως με τις ιστορίες θανάτου και πόνου, ο Γκριμ μιλά για την ευτυχία που προσφέρει η πλήξη της καθημερινότητας, την ασφάλεια και ησυχία της μονοτονίας. Μιλά για το εφηβικό πάθος και την αβεβαιότητα του έρωτα, τη ματαιοδοξία και τη λαμπρή αίγλη της νεότητας, με τον Σλουμπ να πλανιέται από περιπέτεια σε περιπέτεια και από κορίτσι σε κορίτσι, έως ότου καταφθάσει στο μέτωπο και ατενίσει τους τσαλακωμένους μελλοθάνατους. Τότε είναι όμως που θα τον υποδεχθούν ως όμοιό τους, ένα ακόμη σακί με μπιζέλια έτοιμο να τρυπηθεί.

Όπως αναφέρει ο Βάιντερμαν στο «Βιβλίο των Καμένων Βιβλίων», η ιστορία του Σλουμπ είναι «ένα παραμύθι από τον πόλεμο. Ένα παραμύθι από την πραγματικότητα. Από τον πόλεμο, ενάντια στον πόλεμο, από τη ζωή όπως είναι και όπως θα μπορούσε να είναι, όπως θα είναι».

Χωρισμένο σε σύντομες σκηνές (μικρές μπουκιές καθημερινότητας), πυκνογραμμένο και με γοργή αφήγηση, το Σλουμπ είναι ένα «αντιεξελικτικό μυθιστόρημα ενός παρακμάζοντος κόσμου».

Πηγή: lavart.gr

No related posts.