Ωδή στους καλλιτέχνες του δρόμου

Κάνοντας μια βόλτα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και ούσα κάτοικός της τον τελευταίο χρόνο, είχα την τύχη να γνωρίσω μια διαφορετική «πάστα» ανθρώπων, εν μέρει βασανισμένη αλλά και ευτυχισμένη. Ερχόμαστε σε επαφή μαζί τους καθημερινά, ωστόσο δε γνωρίζουμε την ιστορία τους.

Ήταν πρωί Κυριακής, μια άκρως καλοκαιρινή μέρα με τον ήλιο να καίει, όταν αποφάσισα να βγω και να τους ψάξω. Περπατώντας, λοιπόν, στην παραλία συνάντησα τυχαία τον κύριο Άλμπερτ, αλβανικής καταγωγής, έναν άνθρωπο γεμάτο βιώματα, που ήρθε στην Ελλάδα για να εργαστεί πριν 40 χρόνια. Μου μίλησε εγκάρδια και προσφέρθηκε να ξεδιπλώσει τη ζωή και τις ανησυχίες του, να μου μιλήσει για την αδικία που βίωσε στη χώρα μας. «Δούλεψα», μου είπε, «αλλά έχασαν τα ένσημά μου και δεν μπορώ να συνταξιοδοτηθώ. Και έτσι έπιασα πάλι την παλιά μου αγάπη, τη μουσική».

Ο εν λόγω κύριος παίζει ταυτόχρονα τρία όργανα (!): τρομπέτα, ντέφι και ακορντεόν. Μέσα από όσα μου εξομολογήθηκε, είχε ξεκινήσει μουσική από μικρή ηλικία και στη συνέχεια ήρθε στην Ελλάδα και εργάστηκε σκληρά για να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές μέλλον στα παιδιά του. Τον ρώτησα τι θα επιθυμούσε πιο πολύ αν είχε την οικονομική δυνατότητα να το πραγματοποιήσει. «Να ανοίξω ένα μαγαζί με ζωντανή μουσική, αυτό ήθελα πάντα. Να παίζω και να ευχαριστώ τον κόσμο». Έκλεισε με την φράση «Αγαπώ τόσο πολύ την τέχνη μου, που θέλω να πεθάνω παίζοντας το ακορντεόν μου στον δρόμο…».

Τον ευχαρίστησα από καρδιάς και προχώρησα προς τον Λευκό Πύργο, όπου είχα την τιμή να συναντήσω την Αλεξάνδρα. Με υποδέχθηκε με χαμόγελο και μου άνοιξε την καρδιά της. Παρά τις σπουδές της στη λογιστική και τη γραφιστική, η Αλεξάνδρα ήθελε από μικρή να γίνει ζωγράφος. Με εξέπληξε, δηλώνοντάς μου ότι είναι το πιο μεγάλο της πάθος και ως εκ τούτου δεν έκανε οικογένεια, για να αφοσιωθεί στη μούσα της. Μου είπε χαρακτηριστικά: «Για να αφοσιωθείς χρειάζεται θυσίες, αλλά πάντα έρχεται η ανταμοιβή».

Τη ρώτησα τι θα ήθελε να κάνει σε σχέση με την τέχνη της, αν είχε την οικονομική δυνατότητα, αν επιδίωκε την αναγνώριση και τη φήμη. Η απάντησή της ήταν χαρακτηριστική: «Δε χρειάζομαι φήμη, ούτε πολλά χρήματα. Μόνο ένα ατελιέ για να ζωγραφίζω και μια γκαλερί για να προβάλλω το έργο μου στον κόσμο. Θέλω να ζωγραφίζω για πάντα. Τα πινέλα μου δεν είναι μόνο προέκταση του χεριού μου, αλλά και της καρδιάς μου».

Τελειώνοντας τη συζήτηση με την Αλεξάνδρα, την αποχαιρέτησα και προχώρησα. Επόμενη στάση μου η πλατεία Αριστοτέλους, όπου συνάντησα έναν ξεχωριστό καλλιτέχνη που ζωγραφίζει πάνω σε παντζούρια. Με καταγωγή από την Κορυτσά, ο εν λόγω κύριος ξεκίνησε μαθήματα ζωγραφικής από μικρή ηλικία. «Γεννήθηκα και ήξερα ότι θέλω να γίνω ζωγράφος», μου είπε. Τον ρώτησα γιατί εργάζεται στον δρόμο και αν είχε την επιλογή τι το διαφορετικό θα ήθελε να κάνει στη ζωή του. «Δε θέλω να αλλάξω τίποτα. Θέλω να δουλεύω στο δρόμο γιατί έρχομαι σε επαφή με τον κόσμο και αυτός μου δίνει κίνητρο να ζωγραφίζω».

Γνωρίζοντας αυτούς τους πρόσχαρους και οικείους ανθρώπους, ένιωσα τη δίψα που έχουν για ζωή, την άσβηστη φωτιά που καίει μέσα τους για την τέχνη, τόσο πολύ ώστε να δουλεύουν ακόμα και στον δρόμο με κάθε κόστος. Μου ενέπνευσαν μια περηφάνια και μια αξιοπρέπεια, πραγματικά αξιοσημείωτη. Το θάρρος και η επιμονή τους για επιβίωση, παρά τους δύσκολους καιρούς, φύτεψαν την ελπίδα και στη δική μου καρδιά.

Τελειώνοντας αυτές τις συνεντεύξεις, κατάλαβα ότι οι άνθρωποι συχνά απογοητευόμαστε και νομίζουμε ότι είμαστε τόσο δυστυχισμένοι που πολλές φορές ξεχνάμε να ζήσουμε σαν αυτούς τους ανθρώπους… με αισιοδοξία!

No related posts.