Κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τη χαραμάδα

Ο άνθρωπος από το υπόγειο μισεί το πέτρινο τείχος. Το απεχθές αυτό εμπόδιο που ορίζει τα διακανονισμένα πρότυπα συμπεριφοράς και νοηματοδότησης των φαινομένων. Το βρώμικο αυτό παραπέτασμα, το στεκούμενο ανάμεσα στον ίδιο και την ελεύθερη βούληση. Το μισεί, ναι, άλλα δεν θέλει να κάνει κάτι γι’ αυτό. Είναι μίζερα ευχαριστημένος στην απραξία του, θάβοντας το μίσος ανάμεσα στα δυο μισά της ύπαρξής του, υποφέροντας με ανίερη στοργή στη ζεστή θαλπωρή του υπογείου. Του σάπιου, ληγμένου υπογείου. Του υπογείου στο σταχτί χρώμα των σωθικών. Του δικού του Υπογείου.

Όταν ο Ντοστογιέφσκι συνέγραψε το μυθιστόρημα Σημειώσεις από το Υπόγειο που εκδόθηκε στη Ρωσία το 1864, ήξερε πως απομακρύνεται λίγο περισσότερο από την ψυχογραφία, την καταγραφή αυτή των εσωτερικών επιταγών που κυβερνούν τις πράξεις των ανθρώπων. Ήξερε, επίσης, πως ξεφεύγει από την δομημένη μυθιστορική μορφή των έργων του. Διότι ο Ντοστογιέφσκι δεν είχε μια ιστορία κατά νου, ούτε και μια πλοκή που θα λειτουργούσε ως το νευρικό σύστημα που διακλαδώνεται σε απολήξεις γραμμικής κορύφωσης του νοήματος. Δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος, παρά μια ακατάσχετη ροή σκέψεων και στοχασμών, μια ανοιχτή πληγή που ματώνει με λάσπη και λέξεις. Η ιδέα του Ντοστογιέφσκι, η μάχη του ατόμου με την ύπαρξή του, το αντικείμενο του υπαρξισμού, στέκεται ως ο πυλώνας του έργου του: η υποτυπώδης ένδυση της πλοκής με στοιχεία μυθιστορήματος υπηρετεί ως απλό σαρκίο το μεμβρανώδες δέρμα που εγκιβωτίζει τις ζαφειρένιες, ξέφρενες φλέβες του έργου.

Το Υπόγειο χωρίζεται σε δύο μέρη, με το πρώτο να αποτελεί μια χαώδη προσπάθεια ταξινόμησης και ιεράρχησης της άυλης λογικής και το δεύτερο να προσδιορίζει το πλαίσιο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής, ο κουρελιάρης αλαζόνας της Αγίας Πετρούπολης, ζει και ενυπάρχει σε μια κατάσταση ταπείνωσης και παρανοϊκής αυτοεπιβράβευσης, της εξύμνησης της άγνοιας και της επιθυμίας για δράση: είναι πεπεισμένος πως δεν υπάρχει για τον εξωτερικό παρατηρητή, υφίσταται δε ως ένα στοιχειακό, μια μάζα αναμνήσεων και μνησικακίας που κρυφοκοιτά τα γρανάζια της καθημερινής πραγματικότητας να κροταλίζουν αναμεταξύ τους.

Είναι όμως και υπερόπτης μέσα στην αξιοθρήνητη ύπαρξή του, δοξάζοντας το καπρίτσιο και την αυθαιρεσία, τον αναρχικό ατομικισμό και την ανάδειξη μιας προσωπικότητας – της μοναδικότητας ενός χαρακτήρα – μέσα από την επανάσταση. Μια επανάσταση που δεν θέλει να κάνει, τουλάχιστον όχι άμεσα. Βαριέται, βλέπετε, ο άνθρωπος που ζει στο υπόγειο. Δεν απεχθάνεται, ωστόσο, τη ζωή του. Αναζητά συνεχώς έναν σκοπό, μια απόδειξη για να δικαιώσει την παρατεταμένη και μηχανική του στατικότητα, κυνηγώντας διαρκώς ένα ερέθισμα. Ερέθισμα που βρίσκει στον πόνο, στην χρόνια και μεθοδική αυτή υπενθύμιση του σώματος πως ο νους μπορεί να είναι ο πυρήνας, το δοχείο του, ωστόσο, παραμένει ανθρώπινο και απτό, εύθραυστο και σαρκώδες.

Ο Ντοστογιέφσκι ασκεί κριτική στον νιχιλισμό, τον ντετερμινισμό και τον εκλογικευμένο εγωισμό, αρνούμενος το ουτοπικό κατασκεύασμα ενός «Κρυστάλλινου Παλατιού», στο οποίο ο καθένας πράττει με άξονα την ιδιοτέλεια και την προσωπική του ηθική, όπως αυτή έχει οριστεί από παράγοντες προδιαγεγραμμένους και απρόσιτους από τον ίδιο. Ούτε όμως επιθυμεί να νομιμοποιήσει τις δικές του ιδέες, καλώντας τον αναγνώστη ως συνδιαλεγόμενο, ως ένα ακόμα μέρος της πολυφωνίας που μαίνεται στο μυαλό του ανθρώπου στο υπόγειο.

Όταν κάποιος βρίσκεται βυθισμένος στα βαθύτερα βάθη της απόγνωσης και της λήθης, τότε είναι που δοκιμάζει και μια ένοχη ευχαρίστηση γι’ αυτήν του την κατάντια. Σαν να θέλει να μαζέψει πάνω του όλα τα δεινά που μπορεί, να καταστεί αποδέκτης της απόλυτης και τρισάθλιας εξαθλίωσης. Ο ενοχλητικά ρυθμικός πονόδοντος που συνεχίζει να μασά τα νεύρα του άτυχου μα υπεύθυνου θύματος. Ενός θύματος που σιγά-σιγά συνηθίζει το μηχανικό χτύπο, το αναμενόμενο κύμα καυτού πόνου που ραμφίζει τα ούλα. Ενός πόνου που γίνεται μέρος της πραγματικότητας και, όταν χαθεί, ίσως πάρει μαζί του ένα μέρος αυτής.

*αναδημοσίευση από lavart.gr

No related posts.