Πόλη στις φλόγες: Η Νέα Υόρκη στα χειρότερα της

Garth Risk Hallberg, Πόλη στις Φλόγες, εκδ. Κέδρος, σ.1024

Η «Πόλη στις Φλόγες» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Αμερικανού Garth Risk Hallberg. Κυκλοφόρησε τον Χειμώνα του 2015 και προωθήθηκε ως ένα βιβλίο φαινόμενο που για να το αγοράσει ο εκδοτικός οίκος που το εξέδωσε στην Αμερική προσέφερε στον συγγραφέα λίγο πολύ δύο εκατ. δολάρια. Μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε αμέσως και σε δεκάδες άλλες χώρες.

Το βιβλίο περιγράφει τι συνέβη πριν και μετά από δυο σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο είναι η απόπειρα δολοφονίας της Σαμ την παραμονή πρωτοχρονιάς του 1977 και το δεύτερο το μεγάλο μπλακ-άουτ που ακολούθησε τον Ιούλιο του νέου έτους και βύθισε τη Νέα Υόρκη στο σκοτάδι. Οι ζωές των ηρώων περιστρέφονται γύρω από αυτά τα γεγονότα και θα αλλάξουν δραματικά, όταν πια η πόλη γυρίσει σελίδα. Στις σελίδες του γνωρίζουμε ένα πανκ συγκρότημα, το οποίο αποτελεί την πρόσοψη μιας οργάνωσης που θέλει να αλλάξει την πόλη και τους ανθρώπους, τον Κιθ και τη Ρέιγκαν, ένα ζευγάρι με δυο παιδιά, τον Μέρσερ και τον Γουίλιαμ, ένα γκέι ζευγάρι που παλεύει να σωθεί από τις καταχρήσεις και την καθημερινότητα της Νέας Υόρκης του ‘70, τη Σαμάνθα, την κοπέλα που παίζει με τη φωτιά, κόρη ενός πυροτεχνουργού, τα υπόλοιπα μέλη της πλούσιας οικογένειας των Χάμιλτον – Σουίνι που η εταιρία τους διαχειρίζεται ένα μεγάλο μερίδιο πλούτου, τον Τσάρλι, τον νεαρό «προφήτη» που ψάχνει να βρει την αλήθεια γι’ αυτό που συνέβη στη Σαμ.

Από όπου και αν το δεις αυτό το βιβλίο είναι ατμοσφαιρικό με έντονες περιγραφές που σε παίρνουν από το χέρι και σε πηγαίνουν σε μια διαφορετική Νέα Υόρκη. Ο ίδιος ο συγγραφέας από την αρχή δηλώνει απογοητευμένος με την πόλη και ίσως η ουσία του βιβλίου να μην κρύβεται στην πλοκή αλλά σε αυτή την πορεία προς την καταστροφή, στην οποία κατευθύνεται η πόλη (ή μήπως μέσα από τις στάχτες της ξαναγεννιέται;). Ακόμα και έτσι, η Νέα Υόρκη της παρακμής και της καταστροφής εξακολουθεί να δείχνει γοητευτική. Ένα μανιφέστο του συγγραφέα για το πώς πρέπει και ταυτόχρονα πώς δεν πρέπει να είναι μια πόλη. Η πανκ μουσική, η ιδεολογία πίσω από αυτήν, η νύχτα στην πόλη, τα γκέτο περιγράφονται σχεδόν κινηματογραφικά. Ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι πέρα από την καλή έρευνα έχει και πάρα πολλές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που δεν διστάζει να τις ταιριάξει όμορφα στην αφήγηση του. Κριτική γύρω από τη θεωρία του Μαρξ, την έννοια του φιλελεύθερου ανθρωπισμού, του καπιταλισμού, της κοινωνιολογίας, της θέσης της θρησκείας και άλλα δίνουν τροφή για σκέψη σε αυτόν που το διαβάζει.

Οι ήρωες μοιάζουν ολοκληρωμένοι αν και τονίζονται κυρίως οι κακές πλευρές τους. Εκτεθειμένοι στον αναγνώστη, αποκαλύπτουν πράγματα που ίσως σοκάρουν αλλά αυτό δείχνει και πόσο ζωντανοί είναι. Από αυτή την άποψη, ο συγγραφέας ξεπέρασε κάθε προσδοκία αφού με το «καλημέρα» κατάφερε να μας παρουσιάσει κάποιους ανθρώπους που πείθουν ότι πράγματι έζησαν στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ‘70. Η προσπάθεια αυτή, όμως, ίσως του αφαίρεσε λίγο από την ίδια την πλοκή. Συμβαίνει κάτι περίεργο με αυτό το βιβλίο. Όταν τελειώνεις τις 1040 σελίδες του μένεις με την αίσθηση ότι θέλεις κι άλλο. Είναι, όμως, ταυτόχρονα άβολη η αιτία που το προκαλεί αυτό γιατί δημιουργεί το συναίσθημα ότι η πλοκή κύλησε πολύ αργά και ότι πέρα από τα δυο αυτά γεγονότα που υποσχέθηκε ότι θα εξιστορήσει στην περίληψη, οι δευτερεύουσες ιστορίες σε κάποια σημεία έμοιαζαν απλά να καθυστερούν την εξέλιξη της βασικής πλοκής.

Στο βιβλίο δημιουργείται και μια συμπαθητική σύνδεση με άλλες μορφές τέχνης. Η «πόλη στις φλόγες» συνδυάζει τη μουσική, τα έργα τέχνης, τη φωτογραφία, τα φανζίν, επηρεάζοντας αρκετά την εμπειρία ανάγνωσης. Το πόσο ωραία τα έχει δέσει είναι αξιοθαύμαστο. Όπως πολύ ιδιαίτερο και όμορφο είναι τεχνικά το βιβλίο, αφού στις σελίδες υπάρχουν μέχρι και λεκέδες στα χειρόγραφα ένθετα, γραμματοσειρές που αλλάζουν όταν πρέπει, δυο περιοδικά και γενικώς το κάθε ιντερλούδιο έχει τη δική του ιδιαιτερότητα που σε κερδίζει από την αρχή. Επιπλέον, ο τίτλος πραγματικά είναι από τους πιο εύστοχους που έχω δει σε βιβλίο και καθόλου επιφανειακός. Μέχρι την τελευταία σελίδα αμφιβάλλω αν θα σκεφτείτε κάποιον που να ταιριάζει περισσότερο. Το ίδιο πιστεύω και για το εξώφυλλο (το πρωτότυπο έχει διαφορετικό) το οποίο θα μπορούσε να συνδέεται με την τελευταία σκηνή του βιβλίου.

Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στον Γιώργο Κυριαζή που ανέλαβε αυτό το τιτάνιο έργο της μετάφρασης, προσφέροντας παράλληλα χρήσιμες πληροφορίες με τις σημειώσεις του που βελτιώνουν ακόμα περισσότερο την εικόνα του βιβλίου που διαβάζουμε.

Ένα βιβλίο ποπ που μιλάει για την πανκ. Ιστορίες κυρίως νέων ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους έξυπνα αλλά με μια περιπέτεια που θα μπορούσε να εξιστορηθεί και σε λιγότερες σελίδες. Ωστόσο, όπως γράφει ο συγγραφέας «η Νέα Υόρκη αγαπάει να διαβάζει για τον εαυτό της» και το ίδιο αγαπάμε και εμείς.

No related posts.