Η σκακιέρα


Κάποτε καθόμουν σ’ ένα τραπέζι
Και μου έφεραν μια σκακιέρα.
Την τοποθέτησαν μπροστά μου
Και μου είπαν με σοβαρό ύφος:
«Παίξε».
«Μα δεν ξέρω να παίζω σκάκι» απάντησα τρομαγμένη.
Τότε μου πέταξαν ένα ζευγάρι μαύρα γάντια και μου είπαν να τα φορέσω.
«Από εδώ και στο εξής θα σε λένε Δυστυχία», πρόσθεσαν καθώς εγώ τα φορούσα με τρεμάμενα χέρια.
«Ξεκίνα να παίζεις», άκουσα να μου φωνάζουν.


Προτού ξεκινήσω παρατήρησα για λίγο την σκακιέρα και πρόσεξα πως δεν ήταν συνηθισμένη.
Είχα δει παλιότερα να παίζουν κάποιοι κι έτσι θυμόμουν πόσο αυστηρά τοποθετημένα ήταν τα πάντα σε αυτό το παιχνίδι.
Όμως εδώ όλα ήταν διαφορετικά.
Ο χρόνος όμως περνούσε κι έτσι πήρα μια βαθιά ανάσα και άρπαξα το πρώτο πιόνι. Ήταν ένας απλός στρατιώτης απ’ ότι έμαθα αργότερα.
Τότε άκουσα ένα γέλιο.
Σήκωσα το κεφάλι και το βλέμμα μου σταμάτησε πάνω σε ένα χέρι που φορούσε λευκό γάντι.
Δεν τόλμησα να αντικρύσω εκείνη που το φορούσε, η πολλή φωτεινότητα που εξέπεμπε θα έφταιγε.
Άκουσα πάντως να την φωνάζουν «Ευτυχία».

Την άκουσα να γελάει γιατί ήξερε ποια κίνηση έπρεπε να κάνει.
Μια σωστή κίνηση με ένα δυνατότερο πιόνι ήταν αρκετή.
Κοκάλωσα.
Σκέφτηκα πως του στέρησα τη ζωή με μια λάθος κίνηση, τόσο σύντομα που ούτε το κατάλαβα. Δεν το έκανα επίτηδες, αλλά εκείνος δεν θα το μάθει ποτέ.
Λες και εκείνη αντιλήφθηκε την στενοχώρια μου, ακούμπησε απαλά το χέρι μου με το δικό της, πλησίασε πιο κοντά και μου ψιθύρισε:
«Μην ανησυχείς, δεν είναι όλα στο χέρι μας. Εμείς οι δυο έχουμε δυο πολύ σημαντικές αλλά και ασήμαντες ταυτόχρονα θέσεις. Όλα τα πιόνια ωστόσο μας θεωρούν υπεύθυνες για την πορεία της ζωής τους. Δεν έχουν καταλάβει όμως ότι όσο παραμένουν πιόνια στα χέρια μας, εμείς θα τους ορίζουμε αναγκαστικά τη μοίρα τους».
Τότε κατάλαβα.
Το πιόνι που θεώρησα ότι σκότωσα άθελά μου ήμουν εγώ.
Επειδή απλά κάποιοι με πίεσαν να φορέσω μαύρα γάντια και να με βαφτίσω Δυστυχία.
Θέλησαν να με κάνουν να νιώσω δυστυχισμένη με τόσο απλές κινήσεις που όμως εγώ θεώρησα σημαντικές και τις άφησα να με επηρεάσουν.
Ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη μου, γιατί τότε κατάλαβα.
Κατάλαβα ότι είμαι ελεύθερη να ορίζω τις κινήσεις στη ζωή μου.
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα την Ευτυχία.
Μου έμοιαζε πολύ απλά φορούσε λευκά γάντια.
Συνειδητοποίησα ότι ήμασταν ίδιες.
«Από εδώ και πέρα θέλεις να συνεργαζόμαστε ώστε να γίνουμε ανίκητες; Να μην μπορεί κανένας άλλος να μας πιέσει».
Και εγώ συμφώνησα.
Κάπως έτσι αποφασίσαμε να αλλάξουμε για λίγο ρόλους για να δω τα πράγματα κι από την δική της θέση.
Τελικά αυτό το παιχνίδι άρχισε να μου αρέσει πολύ.

Για όσους ένιωσαν ποτέ ότι τους πιέζουν στη ζωή τους, άθελα ή και θελημένα.
Σκηνοθεσία-Φωτογραφίες: Γιάννης Τζιμπρές
Κείμενο-Ιστορία: Χριστίνα Καραδήμου

No related posts.