Ποιες οι συνέπειες της κρίσης στον Καύκασο; Το Ιράν, η Ε.Ε. και ένας Ψυχρός Πόλεμος

Ο Πρόεδρος της Γεωργίας Μιχαήλ Σαακασβίλι

Όλα ξεκίνησαν μαζί με την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου: πόλεμος ξέσπασε στην περιοχή της Νότιας Οσετίας μεταξύ Γεωργιανών και Ρωσικών στρατευμάτων. Οι πληροφορίες, στην, αρχή θολές: ποια ήταν η αφορμή, ποιος επιτέθηκε πρώτος, ποιος ο αριθμός των απωλειών; Στην πορεία, «κατακάθισε ο κουρνιαχτός» και άρχισε το διπλωματικό παιχνίδι, οι κινήσεις εκφοβισμού και οι αναλύσεις και εκτιμήσεις.

Πλέον, τα γεγονότα είναι πιο ξεκάθαρα: ο στρατός της Γεωργίας εισέβαλε στην Νότια Οσετία και οι Ρώσοι ανταπάντησαν υποστηρίζοντας την προστασία από εθνοκάθαρση και κινήσεις εναντίον Ρώσων της περιοχής. Είναι μόνο η αρχή γι’ αυτό που ενδέχεται να οδηγήσει πλέον σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας, με την Ευρώπη να διατηρεί μια μέση οδό, καθώς εξαρτάται ενεργειακά σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία.

Ο Ρώσος Πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ

Γιατί όμως ο Γεωργιανός Πρόεδρος Σαακασβίλι επιτέθηκε, γνωρίζοντας ότι η ρωσική απάντηση θα ήταν άμεση και σίγουρα καταστροφική για τις δυνάμεις του; Ακόμα κι αν είχε αμερικανικές διαβεβαιώσεις (ας μην ξεχνάμε ότι ανήλθε στην εξουσία το 2003 με την «ροζ επανάσταση», ενορχηστρωμένη από τις ΗΠΑ, ανατρέποντας τον πρόεδρο Σεβαρντνάτζε), αυτές δεν τον εξασφάλιζαν από τα ρωσικά στρατεύματα. Μπορεί ο στρατός της Γεωργίας να λαμβάνει εκπαίδευση από Αμερικανούς και Ισραηλινούς και να διαθέτει σχετικά σύγχρονο εξοπλισμό, σε καμία περίπτωση όμως δεν θα τα έβγαζε πέρα αντιμέτωπος με τις ρωσικές δυνάμεις.

Ο ιρανικός σύνδεσμος

Μια απάντηση που μένει να επιβεβαιωθεί από τα γεγονότα είναι ότι πίσω απ’ την «θυσία» της Γεωργίας κρύβεται το ζήτημα του Ιράν. Η πρόκληση της Ρωσίας να εισβάλλει στην Νότια Οσετία, σε συνδυασμό με την εκστρατεία «δαιμονοποίησης» στον Δυτικό τύπο, αλλά και οι απειλές που εκφράστηκαν από ΝΑΤΟ και G 8, παίζουν με τη δημιουργία της αντίθεσης παλιάς-νέας Ρωσίας, καλώντας τη χώρα να γίνει «σεβαστή και αποδεκτή για τις εμπορικές, τεχνολογικές, επιστημονικές αρετές της και την κουλτούρα της. Αντί γι’ αυτό, το να έχει δραστηριότητες που πάνε πίσω, σε έναν άλλο καιρό, όταν όλο κι όλο που είχε η Σοβιετική Ένωση ήταν η στρατιωτική της δύναμη, είναι μια πραγματικά θλιβερή κατάσταση πραγμάτων για τη Ρωσία», όπως δήλωσε στο CBS η Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κοντολίζα Ράις μετά τη σύνοδο του ΝΑΤΟ (Κόσμος του Επενδυτή, «Ρωσο-αμερικανικό πόκερ σε Ιράν-Γεωργία, 23-24/8/08). Στο ίδιο ρεπορτάζ υποστηρίζεται ότι, μέσω της μεσολάβησης του Γάλλου Προέδρου Νικολά Σαρκοζί, θα προωθηθεί η αναγνώριση των περιοχών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ως σφαίρας ρωσικής επιρροής με αντάλλαγμα τη συγκατάθεσή στο ζήτημα του Ιράν.

Χάρτης της περιοχής. Διακρίνεται η περιοχή της Νότιας Οσετίας που εισέρχεται στο βόρειο κομμάτι της Γεωργίας

Για τον σκοπό αυτό, η Δύση χρησιμοποιεί και «καρότο» και «μαστίγιο». Πέρα από τις προσπάθειες μεσολάβησης που ανέλαβε ο Νικολά Σαρκοζί, πιέσεις ασκούνται στη Μόσχα με την υπογραφή συμφωνίας εγκατάστασης της αμερικανικής αντιπυραυλικής ασπίδας στην Πολωνία, σχέδιο που θεωρείται ότι στρέφεται άμεσα εναντίον της Ρωσίας (βλέπε σχετικά και τεύχος 9 του «ε.ΜΜΕ.ίς» , «Ψυχροπολεμικός άνεμος πνέει στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας», ενώ νατοϊκά πλοία εξοπλισμένα με πυραύλους Κρουζ βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη Μαύρη Θάλασσα, μεταφέροντας ανθρωπιστική βοήθεια ή όπλα (ανάλογα την πλευρά που πιστεύει κανείς). Στην περιοχή βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες ναυτικές βάσεις της Ρωσίας, ενώ οι πύραυλοι που φέρουν τα νατοϊκά σκάφη, έχουν εντός βεληνεκούς το Ιράν. Σε όλα αυτά βέβαια, πρέπει να προστεθεί και η επέκταση του ΝΑΤΟ στις περιοχές των δορυφόρων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (Πολωνία, Τσεχία) και η προσπάθεια ένταξης Γεωργίας και Ουκρανίας στη συμμαχία. Και βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε τις διαφωνίες και προειδοποιήσεις της Ρωσίας για το ζήτημα του Κοσόβου, το οποίο νομιμοποίησε στα μάτια τους τα αποσχιστικά κινήματα Οσετών και Αμπχάζιων.

Παρά το «τρίξιμο των δοντιών» και τις απειλές πάντως, η Ρωσία δεν φάνηκε να πτοείται. Αναγνώρισε τις περιοχές της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας, ενώ γνωρίζει ότι δεν είναι πλέον τόσο επιρρεπής σε πιέσεις. Η Ρωσία του 2008 δεν έχει καμία σχέση με τη Ρωσία της δεκαετίας του ’90, έχει ανακάμψει οικονομικά και αναβάθμισε το ρόλο της στο διεθνές σύστημα. Δεν βασίζεται αποκλειστικά στο στρατιωτικό δέος (αν και η στρατιωτική ισχύς της παραμένει σημαντική), καθώς μπορεί πλέον να ασκήσει πιέσεις με διάφορους τρόπους: μέσω των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου μπορεί να ασκήσει πιέσεις στην Ευρώπη, ενώ η συνεργασία της είναι πολύτιμη σε μέτωπα, όπως το Αφγανιστάν. Υπενθυμίζεται ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου ο τότε Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν ήταν ο πρώτος ηγέτης που συνομίλησε με τον Αμερικανό ομόλογό του Τζορτζ Μπους εκφράζοντας την υποστήριξή του. Μάλιστα, επέτρεψε στις ΗΠΑ να δημιουργήσουν βάσεις στο Κιργιστάν, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, όλες περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ενώ ξεκίνησε ένα πρωτοφανές πρόγραμμα μοιράσματος πληροφοριών μπροστά στον «κοινό κίνδυνο» της τρομοκρατίας. Βέβαια, το αγαθό των προθέσεων του Πούτιν αμφισβητείται, καθώς επρόκειτο για τακτικό ελιγμό με σκοπό να εξασφαλίσει τη σιωπηρή αποδοχή των ρωσικών μέτρων κατά των Τσετσένων αυτονομιστών (1).

Όπως δήλωσε ο Ρώσος Πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ, «Δεν θέλουμε, αλλά και δεν φοβόμαστε, έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο. Δεν έχουμε ανάγκη αυταπάτες συνεταιρισμού… Όταν μας περικυκλώνουν με βάσεις από παντού και ένας αυξανόμενος αριθμός κρατών εντάσσεται στο ΝΑΤΟ και μας λένε “μην ανησυχείτε”, φυσικά και δεν μας αρέσει… Αν θέλουν να καταστρέψουν ουσιαστικά τη συνεργασία, δεν είναι κάτι φρικτό για μας. Είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε κάθε απόφαση, περιλαμβανομένου και του τερματισμού όλων των σχέσεων» (Κόσμος του Επενδυτή, «Η Μόσχα κατέρριψε το “όπλο” του Ψυχρού Πολέμου», 30-31/8/08).

Φαίνεται λοιπόν, ότι το νέο πρόσωπο της Ρωσίας εμπλέκεται ποικιλοτρόπως στο σημερινό διεθνές σύστημα, κάτι που οδηγεί σε δεύτερες σκέψεις για την επιβολή κυρώσεων, λόγω του αντίκτυπου που μπορεί να έχουν σ’ αυτόν που τις επιβάλλει.

Γύρω γύρω όλοι… και στη μέση η Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να τοποθετηθεί, λαμβάνοντας υπ' όψιν τα συμφέροντα και τις συμμαχίες της

Μέσα σ’ αυτή τη διαμορφούμενη κατάσταση, η Ευρώπη πρέπει να σχηματίσει συγκεκριμένη πολιτική: δεν είναι προς το συμφέρον της να λάβει μια σκληρή στάση έναντι της Ρωσίας, καθώς ουσιαστικά εξαρτάται απ’ αυτήν στο θέμα της ενεργειακής ασφάλειας. Η σύμπλευση με τις ΗΠΑ σ’ αυτό το θέμα δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο συμφέρον για την Ένωση, ενώ θα ζημιώσει (ίσως ανεπανόρθωτα) τις σχέσεις της με τη Ρωσία. Από την άλλη, μια καλή σχέση Ρωσίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και προς το συμφέρον της Ρωσίας, καθώς τα αμοιβαία συμφέροντα είναι σημαντικά (βλέπε και Καθημερινή, «Ο Νέος Ψυχρός Πόλεμος Απειλή για την Ευρώπη», 31/8/08). Άλλωστε, τα τεράστια ρωσικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου χρειάζονται κάποια αγορά για να διοχετευθούν. Και ποια γειτονική αγορά θα μπορούσε να είναι καταλληλότερη από την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Τέτοιες σημαντικές αποφάσεις θα κληθεί να πάρει η Ένωση στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών. Υπάρχουν ήδη διαφωνίες στους κόλπους των μελών, με Πολωνία, βαλτικές χώρες, Σουηδία και Βρετανία να ζητούν σκλήρυνση στάσης, ενώ Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα να υποστηρίζουν ότι μια σκληρή στάση θα βλάψει τα συμφέροντα της Ένωσης (Κόσμος του Επενδυτή, «Η Ε.Ε. αντιμέτωπη με το δίκαιο του ισχυρού», 30-31/8/08).

Ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές, η Σύνοδος Κορυφής αποφάσισε, μεταξύ άλλων, διακοπή των διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία για το συμφωνητικό συνεργασίας, ενώ αποφασίστηκε η αποστολή αντιπροσωπείας αποτελούμενης από τον Νικολά Σαρκοζί, προεδρεύοντα της Ένωσης, του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο και του επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε., Χαβιέ Σολάνα (Guardian, “EU leaders act against Russia with freeze on strategic pact talks”, 2/9/08).

Η κρίση στην περιοχή του Καυκάσου οδήγησε σε ψυχρότητα τους δύο πρώην Ψυχροπολεμικούς αντιπάλους. Αν και η θέση της Ρωσίας και η σημερινή δομή του διεθνούς συστήματος αποκλείει το ενδεχόμενο αναβίωσης μιας αντίστοιχης αναμέτρησης, τα αποτελέσματα αυτής της αντιπαράθεσης θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις για ένα πλήθος ζητημάτων, από τις ευρω-ρωσικές σχέσεις, μέχρι το ιρανικό και το μεσανατολικό.

(1) Για περισσότερες πληροφορίες σ’ αυτήν την πτυχή της αμερικανο-ρωσικής συνεργασίας, βλέπε Robert Saunders, “A Conjurer’s Game: Vladimir Putin and the Politics of Presidential Prestidigitation” στο Playing Politics With Terrorism: A User’s Guide, edited by George Kassimeris, σελ. 229-233

Ηλίας Παπαδόπουλος
eliasdark@gmail.com

No related posts.