Ψηφιακές μοναξιές

«-Κίκι μου, είσαι εδώ;

-Μόλις το είδα, όλα καλά; Δεν είναι αργά για να είσαι ξύπνιος;

-Θα καπνίσεις ένα μαζί μου για παρέα; Πνίγομαι.. δεν μπορώ να κοιμηθώ

-Ναι φυσικά, περίμενε να βρω τον αναπτήρα μου μόνο..».

Το χιλιοειπωμένο ποιηματάκι παίζει σαν μουσικό χαλί στην τρεμάμενη οθόνη υγρών κρυστάλλων εκατομμυρίων φοιτητών, νέων, μεσήλικων -«το ίντερνετ εκμηδενίζει τις αποστάσεις, γνωρίζουμε ανθρώπους που κανονικά δε θα γνωρίζαμε στη ρουτίνα της ζωής μας, αποκτούμε γνώσεις, ενθουσιαζόμαστε, κοινοποιούμε κλισέ μότο υγιούς ζωής στα social media, κάνουμε likes, check ins, καταναλώνουμε ευτυχία, καταναλώνουμε, καταναλώνουμε». Μιλάμε με emojis, ρωτάμε για την υγεία μας με likes και stickers, μοιραζόμαστε τα ενδιαφέροντά μας με check ins και κοινοποιήσεις που δεν αφορούν κανέναν. Δε μας απασχολεί τi ακριβώς λέει κάποιος, μόνο ετοιμαζόμαστε να πληκτρολογήσουμε μια τάχα έξυπνη απάντηση για να ενισχύσουμε τη δημόσια εικόνα μας.

Τελειώνεις τα ψώνια, φεύγεις από το σούπερ μάρκετ σκεπτόμενος ότι σου απομένουν χρήματα μετρημένα στα δάχτυλα των χεριών σου μέχρι το τέλος του μήνα. Κοιτάς τα ψιλά στη χούφτα και σκέφτεσαι: «τέλεια». Ξεφυσάς μελαγχολικά, γυρνάς σπίτι, βγάζεις τα παπούτσια, βάζεις τα πράγματα στο ψυγείο και ξαπλώνεις στον καναπέ με το κινητό. Είναι καθημερινή και ήδη 9 η ώρα, πού να βγαίνεις ξανά έξω. «Ας κάτσουμε μέσα σήμερα, αύριο πάλι…».

Άλλος στρίβει ένα τσιγάρο, άλλος κάνει ένα τσάι, άλλος καταπίνει τα χάπια του για να δει ξανά τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων. Άλλος τραβάει τα μαλλιά του κοιτώντας τους απλήρωτους λογαριασμούς, άλλος στολίζει για τα καλά τους feeders στο online game του. Και όλοι κοιτούν μακριά, έξω από το παράθυρο, την απέναντι πολυκατοικία, τον βρώμικο δρόμο με τα ακόμη πιο βρώμικα αυτοκίνητα που κυλούν πάνω του, τα φανάρια που κόβουν την κίνησή τους. Πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο. Ξανά, ξανά, ξανά. Ξεφυσούν τον καπνό, ξεφυσούν τη νύστα τους, ξεφυσούν τη μελαγχολία και τα νεύρα τους. Ό,τι θέλει να βγάλει ο καθένας από μέσα του.

Ζει ο καθένας πλέον τόσο έντονα στο κενό ανάμεσα στην πραγματικότητα και το Ίντερνετ. Είναι αυτό το κενό του ανεκπλήρωτου, του αεικίνητου και ανήσυχου μυαλού που δεν μπορεί να κατασταλάξει πουθενά. Η πραγματικότητα, τόσο περιοριστική αφού ζει και μεγαλώνει στην εποχή του Διαδικτύου, και το Διαδίκτυο, τόσο μακρινό τη μια στιγμή, τόσο αληθοφανές και κοντινό την επόμενη, εναλλάσσεται και πάλλεται σαν μια απόμακρη συλλογική οντότητα. Δεν μπορείς να αγγίξεις τον ψηφιακό κόσμο, δεν μπορείς να νιώσεις τόσες αποχρώσεις στην καθημερινότητα που έχεις αυτή τη στιγμή. Κι έτσι καταλήγεις να μοιράζεσαι, σαν να ήταν το μεγαλύτερο μυστικό σου, τη μοναξιά και τη μελαγχολία των μικρών ωρών της νύχτας με άτομα χιλιόμετρα και χιλιόμετρα μακριά σου.

Γιατί δεν έχει σημασία, θέλεις απλά να νιώσεις πως κάποιος θα το ακούσει, θα σου εκμυστηρευτεί με τη σειρά του ένα πρόβλημα, μια σκέψη που ίσως δεν τολμά να μοιραστεί με κοντινά του άτομα. Το μόνο που επιδιώκουμε είναι η συναισθηματική επιβεβαίωση πως δεν είμαστε οι μόνοι βυθισμένοι στην κρύα μπανιέρα, εμείς και το κουβάρι του μυαλού μας.

«-Κίκι μου, δεν ξέρεις πόσο με βοηθάει το ότι μου κρατάς συντροφιά όταν νιώθω έτσι.

-Δεν βοηθά μόνο εσένα, είναι πολύτιμο το να μοιράζεσαι έναν καπνό, ακόμα και με κάποιον τόσο μακριά από το σπίτι σου. Τουλάχιστον κάποιος θέλει τη συντροφιά σου και τη ζητάει».

No related posts.