Δικαιοσύνη και Κινηματογράφος: «Η δίκη της Νυρεμβέργης» και «Ζ» (μέρος β’)

Σάββατο 5 Μαρτίου

Η πρώτη ταινία που προβλήθηκε ήταν «Η δίκη της Νυρεμβέργης (Judgement at Nyremberg)», του Στάνλεϊ Κράμερ (1961). Μια εξαιρετική ταινία που έχει πάρει Όσκαρ σεναρίου και α’ ανδρικού ρόλου με τον Μαξιμίλιαν Σελ.

Νυρεμβέργη, 1948. Ο Νταν Χάιγουντ, ένας συνταξιοδοτημένος δικαστής από τη Μέιν, έρχεται για να προεδρεύσει της δίκης τεσσάρων δικαστικών που αντιμετωπίζουν την κατηγορία «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Κανείς από τους κατηγορουμένους δεν πάτησε τη σκανδάλη. Ήταν, όμως, όλοι στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας και εκτελούσαν τις διαταγές του Χίτλερ. Κατά πόσο, λοιπόν, είναι ένοχοι για τον φρικτό θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Η δίκη κρατάει οχτώ μήνες. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα ανατρέπονται. Ο Έρνεστ Γιάνιγκ (ένας από τους τέσσερις κατηγορουμένους) αποτελεί τραγική φιγούρα. Δε γίνεται αντιληπτό από τους θεατές αν φταίει ή όχι μέχρι που ομολογεί. Ο συνήγορός του είναι ένας εξαιρετικός δικηγόρος. Για τα πάντα έχει μια δικαιολογία. Αντικρούει οποιαδήποτε κατηγορία και υπερασπίζεται τον πελάτη του ως το τέλος, ώσπου ο κατηγορούμενος ομολογεί την ενοχή του ίδιου και των υπολοίπων.

Το πιο σοκαριστικό σημείο της ταινίας ήταν όταν προβλήθηκε ένα βίντεο του κατήγορου με τις κτηνωδίες εις βάρος αθώων ανθρώπων. Το τέλος μετά την ομολογία ήταν αναμενόμενο. Οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Κι όμως ένας από τους τρεις δικαστές διαφώνησε λέγοντας πως δεν είναι δυνατόν να κριθούν αυτοί οι άνθρωποι από το δικαστήριο, αλλά ότι μετά από χρόνια η ίδια η ιστορία θα τους κρίνει.

Οι Αμερικανοί ήταν ανεπιθύμητοι μετά την απόφαση του δικαστηρίου. Ειπώθηκε ότι ο Χίτλερ έκανε και κάποια «καλά». Τέλος της φτώχειας, των μειονοτήτων, των ανεπιθύμητων. Κι όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση «καλό» ο θάνατος έξι εκατομμυρίων ανθρώπων και ειδικά ο άδικος και απάνθρωπος θάνατος αθώων ανθρώπων, ακόμα και μικρών παιδιών. Κατασκευάσθηκαν ειδικοί φούρνοι για την εξαφάνιση των πτωμάτων. Πολλοί συνέβαλλαν στο έγκλημα. Κανείς όμως δεν ήξερε τι ακριβώς γινόταν ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Από την αρχή ήξεραν τι θα ακολουθήσει, κι ας το αρνούνταν, κι ας μην μπορούσαν να το πιστέψουν. Η δικαιοσύνη «αποδόθηκε». Οι άνθρωποι αυτοί που καταδικάστηκαν σε ισόβια και πολλοί άλλοι θα γλιτώσουν με λίγα χρόνια φυλάκισης, ενώ δεν το δικαιούνται. Ακόμη και σε θάνατο να καταδικάζονταν, δε θα απαλυνόταν η απώλεια έξι εκατομμυρίων αθώων.

Οι μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης φωτίζουν με τον τρόπο τους την ιστορία και κλιμακώνουν την συναισθηματική ένταση του δικαστηρίου. Παράλληλα, «βγαίνουμε» από την αίθουσα δικαστηρίου και βλέπουμε τη ζωή όπως συνεχίζεται μετά τον πόλεμο, αν και με ανάμεικτα αισθήματα φόβου και ενοχής.

Έρευνα κοινού: Η ταινία άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Μερικοί δήλωσαν πως ήταν η καλύτερη ταινία που έχουν δει. Συναισθήματα φόβου, αγωνίας, τρόμου, μίσους, θυμού, απέχθειας, αίσθημα δικαίου. Μία φράση έμεινε χαραγμένη στο μυαλό πολλών, «Το λογικό δεν είναι πάντα το σωστό». Κανένας δεν μπόρεσε να προβλέψει το τέλος. Όλοι περίμεναν με αγωνία την απόφαση του δικαστηρίου αν και οι περισσότεροι από το κοινό επαγγέλλονται δικαστές. Το σωστό είναι λογικότερο του λογικού.

Η δεύτερη ταινία ήταν το «Ζ», του Κώστα Γαβρά (1969). Μία γαλλόφωνη ταινία με Βραβείο Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. «Από τον Ελληνικό κινηματογράφο έλειπε μία διάσταση σαν εκείνη που συναντάμε στην ελληνική τραγωδία, η σχέση θεάματος με την Αρχή και τους μηχανισμούς της Αρχής και την Εξουσία. Το ‘Ζ’ δεν είναι ένα φίλμ πάνω στην ψυχολογία, είναι μία ταινία πάνω σ’ έναν μηχανισμό» δηλώνει ο Κώστας Γαβράς. Στο τέλος της ταινίας παρουσιάζεται ο φταίχτης, ενώ κανείς δεν μπορεί να το υποπτευθεί. Η ταινία βασίζεται στη γνωστή υπόθεση Λαμπράκη. «Η όποια ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα είναι ηθελημένη». Αστυνομία, διαφθορά, συμφέρον, συνωμοσία και… συνεννοήσεις με την Κυβέρνηση. Ο ρόλος των δημοσιογράφων στην υπόθεση ήταν καθοριστικός. Αρκετό χιούμορ, παρά την τραγικότητά της. Απονομή δικαιοσύνης υπήρξε κατά το ήμισυ. Καταδικάστηκε η αστυνομία, όμως τιμωρήθηκαν άνθρωποι που ήταν αθώοι, είτε με «τυχαίο» θάνατο είτε με άδικη κάθειρξη.

Το κοινό χειροκρότησε μετά το κλείσιμο της ταινίας. Η ταινία τα είπε όλα, οι εικόνες έδειξαν από μόνες τους, δε χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.

Συζήτηση: Κώστας Γαβράς – σκηνοθέτης, Γιάννης Αναστασάκης – ηθοποιός-Καλλιτεχνικός Διευθυντής Κ.Θ.Β.Ε., Παναγιώτης Δόικος – καθηγητής Φιλοσοφίας στο Α.Π.Θ., Αλέξης Παπαχελάς – δημοσιογράφος. Συντονίστρια: Αικατερίνη Σακελλαροπούλου – Αντιπρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας.

Αικατερίνη Σακελλαροπούλου: «Στην Αμερική οποιοδήποτε αδίκημα γίνεται νομικό αργά ή γρήγορα. Μία ποινική δίκη αποτελεί ένα δραματουργικό γεγονός και βρίσκεται πολύ κοντά στον κινηματογράφο και το θέατρο. Οι παραδόσεις γίνονται με αφορμή δίκες και είναι οι πιο διασκεδαστικές για μια ταινία.

‘Ζ’: Η καλύτερη επιλογή καθώς είναι μια ιστορία της συζήτησης. Ταυτίζεται με τη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι το πάγωμα της πόλης με τη δολοφονία Λαμπράκη. Ο θεσμός των ενόρκων καταργήθηκε μετά το συμβάν. Το πιο επαναστατικό πράγμα είναι να απευθυνθείς στο κοινό κάνοντας συμβιβασμούς. Θα ασχολείται με ταινίες όπου η εξουσία θίγει τις βασικές ασχολίες (τα δικαιώματα) του ανθρώπου».

Κωνσταντίνος Γαβράς – «Ζ»: «Πολλοί δημοσιογράφοι δούλεψαν πάνω στο θέμα. Τα γυρίσματα μιας ιστορίας διαρκούν μήνες, χρόνια, για μια ταινία 2-3 ωρών. Τι διαλέγουμε ως σκηνές και ως ανθρώπους; Στον κινηματογράφο μπορούμε όλα να τα δημιουργήσουμε. Είμαστε όμως περιορισμένοι στα αληθινά γεγονότα.

Διάβασα ένα βιβλίο για τη δολοφονία Λαμπράκη, γίνεται δικτατορία και έτσι άρχισε η ταινία. Ένα μήνα εντατικώς βγήκε το σενάριο. Όλοι έλεγαν ποιος θα ενδιαφερθεί για αυτή την ιστορία, χωρίς ιστορία αγάπης, με πολλά πρόσωπα, χωρίς πρωταγωνιστές και με ηθοποιούς που εμφανίζονταν σε λίγες σκηνές. Όλοι οι ηθοποιοί δέχτηκαν πολύ γρήγορα να παίξουν. Φτωχή παραγωγή. Την πρώτη εβδομάδα προβολής δεν πήγε να την δει σχεδόν κανένας. Φοβήθηκα ότι θα την έβγαζαν από τις αίθουσες. Στην πορεία έγινε ένα φαινόμενο, ένα κινηματογραφικό θαύμα.

Όλες οι ταινίες για μένα είναι πολιτικές. Η τέχνη είναι ψυχαγωγία. Ό,τι έχει τη λέξη ψυχή είναι σημαντικό για μένα. O καθένας από εμάς έχει κάποια εξουσία. Αυτή η εξουσία μας κάνει ευτυχείς ή δυστυχείς».

Παναγιώτης Δόικος – «Η δίκη της Νυρεμβέργης»: «Κρίσιμη η δήλωση του Έρνεστ. Θεωρεί σκόπιμο να κάνει μια δήλωση. Αρχίζει να μιλά και τον παρακολουθεί η κάμερα με πολλούς τρόπους. Αρχίζει να μιλά πολύ προσωπικά. Ξεκινά η κάμερα να κάνει ένα κύκλο παρακολουθώντας τα πάντα τριγύρω. Βλέπουμε τον δικαστή, το κοινό, τους ενόχους, την αίθουσα. Αυτή η κίνηση ενώ στην αρχή δίνει αίσθηση πληροφορίας, βαθμιαία όταν ο Έρνεστ ομολογεί ότι ήξερε αυτά που έκανε και παραδέχεται ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί την άγνοια, αρχίζει να ισορροπεί. Αποκαθίσταται μια ισορροπία. Πριν αρκούμασταν στο ότι επικαλούνταν ότι δεν γνώριζαν. Η κίνηση της μας προκαλεί συναίσθημα. Η αποκατάσταση της δικαιοσύνης παίρνει ιδιαίτερη έμφαση (τροπή ταινίας).

Το σινεμά δεν μένει μόνο στην αφήγηση αλλά προκαλεί και συναίσθημα. Το κοινό γοητεύεται. Ορατή και αόρατη η κίνηση της κάμερας. Δεν υπάρχει προσδιορισμένη ταυτότητα στην κίνηση της μηχανής. Αλλά μέσα από τη διαδρομή απορροφά το νόημα αυτής της ισορροπίας/ αποκατάστασης. Αποδίδει δικαιοσύνη. Το κοινό ησυχάζει. Δεν το ομολόγησε ακριβώς ο Έρνεστ αλλά το νιώσαμε μέσα από την κίνηση».
Γιάννης Αναστασάκης: «Οι ταινίες βοήθησαν τους δικαστές να δικάσουν καλύτερα στο μέλλον. Οι θεατρικοί συγγραφείς εμπνεύστηκαν από δικαστικές υποθέσεις (αρχαίο θέατρο). Οι νόμοι καθορίζουν τη ζωή μας. Αυτό που απαγορεύεται σήμερα επιτρέπεται αύριο και αντίστροφα. Το θέατρο είναι ένας χώρος επικοινωνίας. Ξαναδικάζει υποθέσεις. Η νίκη του κινηματογράφου: τα μεγάλα έργα θα επηρεάζουν τους ανθρώπους στους αιώνες των αιώνων».

Γιάννης Μπουτάρης – Δήμαρχος Θεσσαλονίκης: «Ο Δήμος Θεσσαλονίκης αγκαλιάζει τη Σχολή Δικαστών. Η Θεσσαλονίκη έχει εμφανίσει πολλές ταινίες με δίκες και δικαιοσύνη. Σιχαίνομαι τα φιλμ στην τηλεόραση. Είμαι σινεφίλ. Μου αρέσουν τα σινεμαδάκια. Μετά από χρόνια στην τηλεόραση ανακάλυψα τα σίριαλ. Είναι όμως ‘αμερικανιές’. Η σχέση ανάμεσα στο δίκαιο και την ηθική δεν είναι ξεκαθαρισμένη».

Νίκος Νικολάκης – εισηγητής στο Συμβούλιο της Επικρατείας: «Πώς η δικαιοσύνη ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο (αντίστροφη όψη);

Συγκρούσεις:

1) Κινηματογράφος εναντίον θρησκευτικών αντιλήψεων. Να μην τυγχάνει καμία θρησκεία της περιφρόνησης, της διακωμώδησης και γελοιοποίησης από τον κινηματογράφο.

2) Κινηματογράφος εναντίον κοινωνικών διαστρωματώσεων.

3) Κινηματογράφος εναντίον κατεστημένων αντιλήψεων περί δημόσιας τάξης. Η εγκληματικότητα περιορίζεται με την εκπαίδευση και τις κυρώσεις και όχι με την απαγόρευση ελευθερίας έκφρασης.

4) Κινηματογράφος εναντίον πολιτικής. Η ελευθερία της έκφρασης περιλαμβάνει την πολιτική έκφραση και τα νομικά πρόσωπα.

5) Κινηματογράφος εναντίον κατεστημένων αντιλήψεων περί ηθικής. Πορνογραφικές ταινίες εξαιτίας των ερωτικών σκηνών. Ηθική μείωση και απαξία του δημιουργού των ταινιών με τον χαρακτηρισμό πορνογραφία.

Οι δικαστές καλούνται να σταθμίσουν τις επιλογές. Υιοθετούν μια προλιμπερτάτη προσέγγιση. Κατά πόσο επιτρέπεται να επικαλούνται τις δικές τους αντιλήψεις οι δικαστές; Τι είδους δικαστές θέλουμε; Τεχνοκράτες ή με ευαισθησίες»;

Κωνσταντίνος Γαβράς: «Στο ‘Ζ’ ο δικαστής/ ανακριτής αντιστάθηκε. Για μένα η αντίσταση είναι η σημαντικότερη, το ουσιαστικό σε ένα σύστημα με βασιλική δημοκρατία. Κανένας δεν είχε τη δύναμη, το θάρρος να πει ότι αυτά είναι από το κράτος».

Και με αυτά τα λόγια του γνωστού σγκηνοθέτη κλείνουμε την αναφορά μας στην προβολή των ταινιών «Μ – Ο Δράκος του Ντίσελντορφ», «Πέτρινα χρόνια», «Η δίκη της Νυρεμβέργης» και «Ζ» στη διημερίδα «Δικαιοσύνη και Κινηματογράφος», που έλαβε χώρα στο «Ολύμπιον» Θεσσαλονίκης.

No related posts.