Δικαιοσύνη και Κινηματογράφος: «Μ – Ο Δράκος του Ντίσελντορφ» και «Πέτρινα Χρόνια» (μέρος α’)

Η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών  σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης διοργάνωσαν στις  4 και 5 Μαρτίου στον Kινηματογράφο «Ολύμπιον», στη Θεσσαλονίκη, διημερίδα κινηματογραφικού αφιερώματος με θέμα: «Δικαιοσύνη και Κινηματογράφος». Σκοπός του αφιερώματος ήταν, κατά τη συνάντηση αυτή της Δικαιοσύνης με τον Κινηματογράφο, να αναδειχθούν τα ερεθίσματα που λαμβάνουν οι δημιουργοί του κινηματογράφου από υποθέσεις που απασχολούν τα δικαστήρια, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνει τα μηνύματα των κινηματογραφικών ταινιών που αφορούν τη δικαιοσύνη η κοινή γνώμη.

Παρασκευή 4 Μαρτίου

Μπαίνοντας μέσα στο Κινηματογράφο «Ολύμπιον», συναντούσε κανείς ανθρώπους έτοιμους να σε εξυπηρετήσουν και να σε οδηγήσουν μέσα στην αίθουσα όπου και θα πραγματοποιούταν η εκδήλωση. Αυτό που με εξέπληξε ευχάριστα ήταν το γεγονός ότι η είσοδος ήταν ελεύθερη για όποιον ήθελε να παρακολουθήσει, χωρίς διακρίσεις. Δόθηκε η ευκαιρία σε πολλούς να δουν παλιές αγαπημένες ταινίες αλλά και να ακούσουν ή ακόμη και να συνδιαλεχθούν με γνωστούς και διακεκριμένους ανθρώπους του κινηματογράφου και του Δικαίου. Ομολογώ πως η αίθουσα γέμισε με άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, ανθρώπους μορφωμένους και επαγγελματικά καταξιωμένους.

Η πρώτη ταινία που προβλήθηκε ήταν γερμανική, με τίτλο «Μ – Ο Δράκος του Ντίσελντορφ», του Φριτς Λανγκ (1931). Μία εξαιρετική ταινία, η σημαντικότερη γερμανική όλων των εποχών (Ένωση Γερμανικών Ταινιοθηκών) και μια από τις 100 καλύτερες ταινίες του παγκοσμίου κινηματογράφου (λίστα του “Empire Magarine”). Ένας τρομακτικός σίριαλ κίλερ σκοτώνει μόνο παιδιά και για την ακρίβεια μικρά κοριτσάκια. Ο «δράκος» καταφέρνει να ξεφεύγει συνέχεια και ο αριθμός των παιδιών που εξαφανίζονται μεγαλώνει. Ο δολοφόνος προσεγγίζει τα μικρά κορίτσια προσφέροντας τους καραμέλες και μπαλόνια. Ο τυφλός πωλητής μπαλονιών παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξιχνίαση των κατά συρροή εγκλημάτων. Η αστυνομία αδυνατεί να βρει και να συλλάβει τον δολοφόνο, ο οποίος πέφτει στα χέρια κακοποιών, οι οποίοι με τον δικό τους τρόπο τον δικάζουν σε λαϊκό δικαστήριο.

Έρευνα κοινού: Η ταινία σε γενικές γραμμές άρεσε. Θα μπορούσα να πω πως περισσότερο προβλημάτισε και δημιούργησε συναισθήματα απορίας. Ποιος ήταν ο ρόλος της αστυνομίας; Γιατί ο υπόκοσμος της κοινωνίας ανέλαβε να δικάσει τον δολοφόνο; Με ποιο δικαίωμα και με ποια εξουσία απλοί άνθρωποι μπορούσαν να δικάσουν κάποιον; Αυτό που άγγιξε περισσότερο το κοινό ήταν το δράμα και η θλίψη της μάνας! Οι γονείς έχαναν τις κόρες τους και το μόνο που ήθελαν ήταν η τιμωρία του δολοφόνου! Ο δολοφόνος ήταν ένας σχιζοφρενής μεσήλικας, ο οποίος αρχικά δεν κινούσε υποψίες. Το σφύριγμα του καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας ήταν και αυτό που τον πρόδωσε. Ένας χαρακτηριστικός ήχος που προκαλούσε ανατριχίλα και φόβο στους θεατές. Η σκηνοθεσία ήταν αρκετά καλή. Αυτό όμως που εντυπωσίασε το κοινό ήταν τα γουρλωτά μάτια του σχιζοφρενή δολοφόνου. Όταν η κάμερα εστίαζε στα γεμάτα έκφραση μάτια του, δε χρειαζόταν ο ίδιος να μιλήσει. Το τρωτό σημείο της ταινίας ήταν πως οι ηθοποιοί ήταν πάρα πολλοί και ήταν δύσκολο να συγκρατήσεις τα πρόσωπα και τους ρόλους τους. Ο δολοφόνος αποκαλύφθηκε νωρίς, οπότε η αγωνία του κοινού αρκέστηκε στο αν θα συλληφθεί τελικά. Η ποινή του, δηλαδή ο θάνατός του, πρόσφερε στους θεατές κάθαρση.

Η δεύτερη ταινία ήταν τα «Πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη (1985). Βραβείο σκηνοθεσίας και α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/νίκης, Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών και άλλα πολλά. Η ταινία βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα, ενώ και τα γυρίσματα έγιναν στις φυλακές «Αβέρωφ». Η υπόθεση έχει να κάνει με τη γνωριμία ενός ζευγαριού το 1954 και τη ζωή τους μέσα από διώξεις, συλλήψεις και φυλακίσεις στα σκληρά χρόνια της παρανομίας. Το ζευγάρι έκανε τα πάντα για να είναι μαζί. Και οι δύο φυλακίστηκαν, διώχθηκαν, πέρασαν τη ζωή τους κρυμμένοι και κυνηγημένοι. Δεν μπόρεσαν να ζήσουν τον έρωτα τους. Μέσα σε 14 χρόνια ήταν μαζί μόνο 70 ώρες. Κι όμως δεν το έβαλαν κάτω. Το 1967, η κοπέλα φυλακίζεται στις φυλακές «Αβέρωφ» και εκεί θα γεννήσει τον γιό της. Το παιδί μεγαλώνει μέσα στις φυλακές και το ζευγάρι τελικά παντρεύεται ενώ και οι δυο τους ήταν τότε φυλακισμένοι. Μετά από χρόνια αποφυλακίζονται, «ελεύθεροι» να ζήσουν μαζί και να μεγαλώσουν το παιδί τους, όμως τα ψυχικά τους τραύματα δε θα κλείσουν ποτέ…

Έρευνα κοινού: Μόλις η ταινία τέλειωσε, ακούστηκε ένα δυνατό χειροκρότημα από το κοινό. Νομίζω πως αυτή η κίνηση τα λέει όλα. Η ταινία άγγιξε το κοινό. Οι θεατές ταυτίστηκαν με τους ρόλους των ηθοποιών. Η μουσική που συνόδευσε την ταινία άφησε και αυτή το στίγμα της. Οι εντυπώσεις ήταν ποικίλες. Θλίψη, χαρά, λύπηση, συμπόνια. Όλα τα συναισθήματα μαζί. Οι άθλιες συνθήκες των φυλακών, η απανθρωπιά που κυριαρχούσε, η ταλαιπωρία των πρωταγωνιστών, το αθώο παιδί, η αληθινή αγάπη και η ομορφιά ψυχής. Το τέλος όμως άφησε το κοινό με μία πικρία. Το απλανές, γεμάτο πόνο βλέμμα της Ελένης στην τελευταία σκηνή δεν επέτρεψε στους θεατές να ηρεμήσουν. Δεν υπήρξε απονομή της δικαιοσύνης. Οι άνθρωποι αυτοί πέρασαν τα πάνδεινα και τώρα δεν μπορούν να βγάλουν τους δαίμονες που στοιχειώνουν την ψυχή τους.

Συζήτηση: Παντελής Βούλγαρης – σκηνοθέτης, Θωμάς Κοροβίνης – συγγραφέας, Δημοσθένης Κούρτοβικ – συγγραφέας, Νότης Φόρσος – Διευθυντής Κινηματογράφου «Ολύμπιον», Κριτικός Κινηματογράφου. Συντονιστής: Ηλίας Κοντοζαμάνης – Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.

Ηλίας Κοντοζαμάνης: «Στον κινηματογράφο η δράση μπορεί να παρουσιαστεί απόλυτα πιστευτή».

Κωνσταντίνος Γαβράς – σκηνοθέτης: «Ενδιαφέρομαι για τη δικαιοσύνη. Η δημοκρατία χρειάζεται δικαστές κατά τον νόμο. Μερικά φιλμ μου ήταν σχετικά με την εξουσία που ασκούν οι δικαστές. Πρέπει να έχουμε «τέλεια» ελευθερία. Να ασκείς το επάγγελμα σου κάθε μέρα δεν είναι εύκολο. Αν χαθεί η ποιότητα των δικαστών χάνεται η ελευθερία. Οι δημοσιογράφοι ασκούν ελευθερία (λίστα Λαγκάρντ: δημοσιογράφοι κατά δικαστικών). Η επιρροή του κινηματογράφου, και όχι «μόνο» ενός φιλμ, είναι τεράστια στον κόσμο, άλλαξε τον κόσμο. Η επιρροή των εικόνων που βλέπουμε είναι ορατή στο σπίτι μας, στη ζωή μας».

Παντελής Βούλγαρης: «Οι ομιλίες για τους σκηνοθέτες είναι δύσκολες. Οι σκηνοθέτες εκφράζονται μέσω του κινηματογράφου. Ανακάλυψα τον κινηματογράφο όταν ήμουν μικρός. Στην Κατοχή, όταν ήμουν μικρός, είχα αρρωστήσει και έμεινα στο κρεβάτι για πολύ καιρό. Από τις κουρτίνες περνούσε φως και στους τείχους σχηματίζονταν εικόνες. Το μυαλό μου τότε ταξίδευε. Το καλύτερο μάθημα σκηνοθεσίας είναι τα δικαστήρια. Οδός Σαλταρόζα: κομμάτι μιας σκηνής. Έμπνευση – ερεθίσματα. Πρώτο μάθημα σκηνοθεσίας. Σκηνογραφία, φωτισμός, έναρξη της δίκης, πρόεδροι, εισαγγελείς, δικαστές, αρχίζει ένα έντονο δραματουργικό συμβάν. Κινήσεις στα όρια της θεατρικής έκφρασης. Δίκες με πόρνες, καυγάδες. Δεν υπήρχε τότε στον ελληνικό κινηματογράφο κάτι τέτοιο. Κατάλαβα ποια είναι η καθημερινή ζωή. Μυθοπλαστικό στοιχείο του εαυτού μου μέσα από την αίθουσα δικαστηρίου. Κοντά στο αίσθημα του δικαίου. Τα πρόσωπα να είναι ταυτόχρονα υπερασπιστής και κατήγορος. Την «πλήρωσα». Δίκες και φυλακές. Εμπειρία στη δικτατορία. Γνώρισα τον χώρο των φυλακών. Απέκτησα τεράστια βιβλιογραφία».

Θωμάς Κοροβίνης: «Μη έγκυρη, ατελέσφορη ικανοποίηση δικαίου. Εθνικό φάντασμα με την υπόθεση Λαμπράκη. Η Θεσσαλονίκη ξέρει. Κακές βρικολακιασμένες αναμνήσεις. «Η Δικαιοσύνη είναι σαν τα αγκάθια, τσιμπάει τους ξυπόλητους». Βιβλίο: «Η αμαρτία έχει χρώμα λαϊκό», πολυφωνικό λαϊκό δικαστήριο. Ο τρόπος που γράφω λογοτεχνία επιτρέπει την μετατροπή του έργου σε ταινία. Όλα τα έργα έχουν την υποδομή να γίνουν ταινίες».

Νότης Φόρσος: «Μπορεί ο κινηματογράφος να αντιμετωπίσει το θέμα της δικαιοσύνης; Τι είναι η δικαιοσύνη; Αυτό που εφαρμόζουν οι δικαστές; Ξέρουμε ότι η νομοθεσία επηρεάζεται από συμφέροντα, το αίσθημα των πολιτών για το τι είναι δίκαιο ή όχι. Όταν η δημοκρατία δυσλειτουργεί, η δικαιοσύνη δε λειτουργεί ενιαία. Την έννοια του δικαίου-άδικου πρέπει να την αναζητήσουμε. «Ντεκόρ» οι δικαστές στον κινηματογράφο. Κάθε ταινία μιλάει για κάτι που ενδιαφέρει τον σκηνοθέτη. Η αλήθεια είναι χρωματισμένη από το πώς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Συμπίπτουν αυτά που βλέπω με αυτά που συμβαίνουν πραγματικά; Ο σκηνοθέτης είναι παραμυθάς, ένα μέσο που πολύ εύκολα στήνει σκηνές».

Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Οι ταινίες είναι παραδειγματικές για τα προβλήματα, αινίγματα που θέτει ο κινηματογράφος ως τέχνη με θέμα τη δικαιοσύνη.

1) Ο δράκος του Ντίσελντορφ (1931): Ενάμιση χρόνο πριν από την κατάληψη της εξουσίας από ναζιστές. Συμφεροντολογικός υπόκοσμος, εγκληματίες της κοινωνίας αναλάμβαναν να πιάσουν τον δολοφόνο. Οργανωμένο έγκλημα, κλέφτες, ψευτρόνια. Ο δολοφόνος δικάζεται εντελώς νομότυπα. Ο υπόκοσμος απονέμει δικαιοσύνη, κάτι που αποτελούσε κίνδυνο για τη νεολαία. Ο αρχικακοποιός ήταν ένας πάρα πολύ ωραίος άντρας (ναζιστικό ιδεώδες).

Η τέχνη έχει μια ευθύνη. Πρέπει να προσαρμόζεται σε κάποιες πολιτικές προδιαγραφές. Ο υπόκοσμος ήταν παρόν, υποκαθιστούσε το κράτος και την έννομη τάξη. Αφού το δημοκρατικό κράτος δεν μπορεί να απονείμει δικαιοσύνη, ούτε καν να συλλάβει τον ένοχο, αναλαμβάνει ο υπόκοσμος και δικάζει με όλους τους τύπους της δικαιοσύνης, κάτι που είναι πολύ προκλητικό.

2) Δώδεκα ένορκοι (1957): Δώδεκα οργισμένοι άντρες. Παράξενη ταινία. Διαδραματίζεται στην αίθουσα των ενόρκων. Ένας 18χρονος κατηγορείται πως σκότωσε τον πατέρα του. Όλα είναι εναντίον του. Η ετυμηγορία των ενόρκων (πρέπει να είναι ομόφωνη) φαίνεται ότι θα είναι πολύ εύκολη. Κι όμως όλοι τον θεωρούν ένοχο εκτός από έναν που διαφωνεί, χωρίς να λέει ότι το παιδί είναι αθώο αλλά ότι πρέπει να ξαναδούν τα τεκμήρια. Οι υπόλοιποι θυμώνουν. Καταφέρνει να τους πείσει να το συζητήσουν. Ένας ένας αλλάζει γνώμη και το παιδί βγαίνει αθώο.

Το θέμα της αλήθειας, του τι είδαν εξαρτάται από τη δική τους γνώμη, ιδιοσυγκρασία, κρίση, προκαταλήψεις. Λειτούργησε η υποκειμενική εκτίμηση όλων. Κυριάρχησαν οι κοινωνικές προκαταλήψεις. Το παιδί είναι «αλήτης» και αυτό λειτουργεί ως ενοχοποιητικό στοιχείο. Οι καταθέσεις είναι αληθοφανείς. Η ταινία δε μας λέει αν τελικά το παιδί σκότωσε ή όχι τον πατέρα, γιατί δεν μας νοιάζει αυτό αλλά το αν οι δικαστές αποφασίζουν σωστά. Έχουν να κάνουν με μια ανθρώπινη ζωή, θα τον έστελναν σε θανατική ποινή. Ο ένορκος που μειοψήφησε και ένας γέροντας που τον υποστήριξε αργότερα γνωρίστηκαν στο τέλος της ταινίας στις σκάλες του δικαστηρίου. Οι ένορκοι ήταν απολύτως άγνωστοι μεταξύ τους. Η ουσία της δημοκρατίας δεν είναι οι προσωπικές συμπάθειες, αλλά η απουσία τέτοιων διασυνδέσεων που αποτελεί και την ουσία της δικαιοσύνης.

3) Νομπελίστας φυσικός, διάσημος, μεσήλικας. Δίνει μια διάλεξη στη Νότια Κορέα όπου τον ρωτάνε γιατί υπάρχουν λίγες γυναίκες φυσικοί. Απαντάει πως αν υπήρχαν περισσότερες γυναίκες τα δεινά θα ήταν τρία. Ή θα τις ερωτευτείς, ή θα σε ερωτευτούν, ή θα βάλουν τα κλάματα. Σηκώθηκε έξω φρενών μια γυναίκα και πήγε σπίτι της όπου και έγραψε τουίτ για τον σεξισμό του καθηγητή. Ο καθηγητής απολύεται, χάνει φίλους και μένει άνεργος. Αποκαλύφθηκε όμως πως καθόλου δεν ενοχλήθηκαν οι γυναίκες από το αστείο του. Η γυναίκα αυτή ήταν απατεώνας. Αλλά ο καθηγητής δεν πήρε τη θέση του πίσω.
Κι όμως η ιστορία αυτή δεν είναι ταινία αλλά πραγματικότητα, έγινε το περασμένο καλοκαίρι στη Σεούλ. Ο κινηματογράφος δε θα τολμούσε να αγγίξει αυτό το θέμα. Παραβιάζει το αίσθημα της δικαιοσύνης. Κάθε εποχή έχει τη δική της αλήθεια ή μια μερική αλήθεια. Είναι δύσκολο να την πολεμήσεις όταν είναι κυρίαρχη».

Κωνσταντίνος Γαβράς: «Ο δικαστής δεν πρέπει να εφαρμόζει απλώς νόμους. Δυστυχώς αυτό γίνεται. Ο δικαστής θα πρέπει να ξεπερνάει τον νόμο, να δημιουργεί νομολογία, να δημιουργήσει ένα νέο παράδειγμα για την έννοια της δικαιοσύνης.
Ο κινηματογράφος δραματοποιεί, καμία σχέση με την πραγματικότητα της δικαιοσύνης. Η σχέση του κινηματογράφου με τη δικαιοσύνη είναι ηθική. Φαντάσου έναν δικαστή να μην του αρέσει ένας νόμος και να βγάζει καινούργιο!
Στις ταινίες οι δίκες δε λειτουργούν νομότυπα. Επικαλούνται ανθρωπιστικές αξίες (υπόκοσμος). Ο υπόκοσμος και οι δικαστές είναι το ίδιο πράγμα. Πρέπει να λειτουργούν ως ανεξάρτητοι οι δικαστές. Ένοχος ή αθώος δεν έχει καμία σημασία. Η δικαστική απόφαση μπορεί να βγάλει το αντίθετο. Αθώος λόγω αμφιβολιών».

Στο τέλος δόθηκε ο λόγος στο κοινό. Έγιναν ερωτήσεις προς τους ομιλητές, ενώ ο καθένας ήταν ελεύθερος να εκφέρει την άποψη του.

Η συζήτηση έκλεισε με μια ομιλία του Διευθυντή της Σχολής Δικαστών, Νίκου Νικολάκη, ο οποίος τόνισε την ανάγκη ανοίγματος της σχολής στην Ευρώπη και την πορεία της στο σύγχρονο πρότυπο του νεοελληνικού πολιτισμού.

Related posts:

  1. Δικαιοσύνη και Κινηματογράφος: «Η δίκη της Νυρεμβέργης» και «Ζ» (μέρος β’)