C2C Country to Country 2016: Τρεις μέρες στο Δουβλίνο

Η Ιρλανδία ανοίγει για τρίτη συνεχόμενη χρονιά τα σύνορά της και φιλοξενεί στην πρωτεύουσά της, το Δουβλίνο, Αμερικανούς κάντρι καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα του συγκεκριμένου είδους μουσικής. Λόγος φυσικά αποτελεί το C2C Country to Country Music Festival 2016. Πρόκειται στην ουσία για ένα Φεστιβάλ, μια πολυήμερη εκδήλωση κάντρι μουσικής στην Ευρώπη, με τους Αμερικάνους καλλιτέχνες να επισκέπτονται Λονδίνο, Γλασκόβη και Δουβλίνο για τρεις μόλις μέρες.

Χωρίς τρίτη σκέψη -διότι μια δεύτερη χρειάστηκε(!)- αποφάσισα να κάνω το ταξίδι προς Ιρλανδία για να δω μερικούς από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες, οι οποίοι, κατά κύρια βάση, δραστηριοποιούνται μόνο στην Αμερική. Επομένως, άρπαξα την ευκαιρία, ένα εισιτήριο, ένα αεροπλάνο, ένα χόστελ και ξεχύθηκα μόνος μου στους δρόμους της ιρλανδικής πρωτεύουσας με αφορμή φυσικά το C2C. Έξω από την “3Arena”, τον μεγαλύτερο συναυλιακό χώρο του Δουβλίνου, ανακάλυψα πως άλλοι 18.000 περίπου άνθρωποι ήταν εκεί για να απολαύσουν το τεράστιο αυτό μουσικό γεγονός της μικρής αυτής μουσικής κοινότητας.

Ημέρα 1η

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τρία ονόματα: Chris Stapleton, Kacey Musgraves και Eric Church. Αφού αγοράζω μια αφίσα του Φεστιβάλ για να διακοσμήσω το δωμάτιό μου στην Ελλάδα, βρίσκω τη θέση μου και περιμένουμε περίπου 20 λεπτά μέχρι να ανοίξει το μουσικό πρόγραμμα ο Chris Stapleton. Μόλις πριν έναν μήνα, ο ανερχόμενος μουσικός είχε παραλάβει τα βραβεία Grammy για καλύτερο κάντρι δίσκο και καλύτερο κάντρι τραγούδι για το “Traveller”. Στη σκηνή μαζί του η γυναίκα του, ένας ντράμερ και ένας μπασίστας. Τέσσερα άτομα ήταν αρκετά πάνω στη σκηνή, αφού ο Αμερικανός τραγουδιστής με την τεράστια φωνή και το παραδοσιακό κάντρι ήχο του καθήλωσε τους πάντες. Δεν κοίταξε πολύ το κοινό, αλλά κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο στη σύζυγό του που βρισκόταν ακριβώς δίπλα του στα φωνητικά, με τέτοιον τρόπο σαν να έπαιρνε δύναμη από αυτήν. Κορυφαίες στιγμές της εμφάνισής του ήταν η ρομαντική κάντρι μπαλάντα “More Of You” αλλά και η διασκευή που έκανε με τη γυναίκα του στο κλασικό “You Are My Sunshine”.

Τα ηνία παρέλαβε η Kacey Musgraves, πολυβραβευμένη με Grammy στις ίδιες κατηγορίες τα περασμένη έτη. Στη σκηνή ανέβηκε με την πολυμελή μπάντα της, οι οποίοι ήταν όλοι ενδεδυμένοι με λευκά κουστούμια και καπέλα που παρέπεμπαν σε Τέξας. Οι φωτισμένοι με λεντ κάκτοι εννοείται ότι δεν έλειπαν από το όλο σκηνικό, ενώ η ίδια ξεκίνησε το πρόγραμμά της με ανεβασμένη διάθεση, τραγουδώντας το ομότιτλο με τον τελευταίο της δίσκο τραγούδι, το “Pageant Material”. Με τη γλυκιά της φωνή και την προσωπικότητά της να κερδίζουν το κοινό, η Kacey τραγούδησε επιτυχίες της τόσο από τον τελευταίο της δίσκο όσο και από τον πρώτο της, το “Same Trailer, Different Park”.

Οι αμφιλεγόμενοι και άκρως τολμηροί και ειλικρινείς στίχοι της ξεχώρισαν, ενώ μουσικά το πρόγραμμα κινήθηκε περισσότερο σε κάντρι μπαλάντες, με τις οποίες έγινε γνωστή και αγαπητή. Αφιέρωσε το τραγούδι “Fine” στη γιαγιά της, που πέθανε λίγο καιρό πριν, λέγοντας πως της είχε αρέσει πολύ και ήθελε να το προσθέσει στο νέο της δίσκο, κάτι που έφερε δάκρυα στα μάτια πολλών.  Κορυφαίες στιγμές της εμφάνισής της -πέραν του “Fine”-, που διήρκεσε λίγο περισσότερο από μία ώρα, ήταν το “Merry Go ‘Round”, η αναπάντεχα όμορφη κάντρι διασκευή του “Crazy” του Gnarls Barkley, καθώς και το τραγούδι κλεισίματος. Η νεαρή Τεξανή αποχαιρέτησε το κοινό της με μια διασκευή του “These Boots Are Made for Walkin” της Lee Hazlewood, φορώντας φυσικά τις γεμάτες φωτάκια μπότες της.

Το κλείσιμο της πρώτης βραδιάς ανέλαβε ο Eric Church, ο οποίος άφησε ευχαριστημένους τους μεγαλύτερους κυρίως ηλικιακά θεατές, μιας και η καριέρα του είναι μακρόχρονη και το μουσικό του στυλ αρκετά ροκ κάντρι. Ο Αμερικανός τραγουδιστής, μην αποχωρίζοντας ποτέ τα γυαλιά ηλίου του, έμεινε στη σκηνή λίγο λιγότερο από δύο ώρες, γεμίζοντας τον συναυλιακό χώρο με κιθαριστικά riffs, δυνατό ήχο από drums και ροκ μελωδίες. Παρουσίασε κυρίως τραγούδια από τους δύο τελευταίους του δίσκους, το “The Outsiders” και το “Mr. Misunderstood”. Highlight του δικού του μέρους ήταν το “She Loves Me Like Jesus Does”, που το τραγούδησε στο τέλος ως ντουέτο με την κοπέλα από τα φωνητικά και με τη συνοδεία μόνο της κιθάρας του.

Ημέρα 2η

Τέσσερις καλλιτέχνες περιελάμβανε η δεύτερη μέρα του C2C και ήδη ο κόσμος στο στάδιο ήταν περισσότερος από την προηγούμενη μέρα. Ashley Monroe, Thomas Rhett, Dwight Yoakam και Miranda Lamber ήταν οι καλλιτέχνες που θα μας κρατούσαν συντροφιά για τις έξι εκείνες ώρες του Φεστιβάλ.

Τη βραδιά άνοιξε η Ashley Monroe, σημαντική μουσικός, σπουδαία συνθέτρια και ανερχόμενη solo τραγουδίστρια. Μαζί της επί σκηνής οι πέντε κουστουμαρισμένοι μουσικοί της. Η όμορφη καλλιτέχνιδα, που παρέμεινε στη σκηνή για 40 περίπου λεπτά, τραγούδησε κομμάτια και από τους δύο δίσκους της, το “Like A Rose” και το “The Blade”, εστιάζοντας περισσότερο στην προώθηση του δευτέρου. Η Ashley είναι ακόμη μια καλλιτέχνιδα που αγαπήθηκε από κοινό και κριτικούς λόγω του μεγάλου της ταλέντου στη σύνθεση μπαλαντών. Γι’ αυτό και κορυφαίες στιγμές της εμφάνισής της ήταν το “The Blade” και το “Has Anybody Ever Told You”, στα οποία συνοδευόταν μόνο από το πιάνο.

Ο Thomas Rhett έδωσε συνέχεια στο Φεστιβάλ, αλλά χαρίζοντας άλλο ήχο. Οι R&B, pop κάντρι επιτυχίες του προκάλεσαν τον κόσμο να χορέψει, ενώ ο ίδιος δε δίστασε να κατεβεί από τη σκηνή, να τρέξει ως τις κερκίδες και να τραγουδήσει και να χορέψει μαζί με τους θαυμαστές του. Πέρα από τα εμπορικά hits του, “Crash and Burn”, “It Goes Like This” και “Give Me Some Of That”, ο Rhett κατάφερε να κερδίσει και το πιο απαιτητικό κοινό με την τελευταία του επιτυχία που ακούει στο όνομα “Die a Happy Man”, μια άκρως ρομαντική μπαλάντα που έγραψε για τη γυναίκα του. Αφού το τραγούδησε με τη συνοδεία της μπάντας του, στο τέλος τραγούδησε acapella και αφήνοντας το κοινό να τον βοηθάει τραγουδώντας κι εκείνο.

Τα ηχεία χαμήλωσαν, ο μοντέρνος ήχος εξαφανίστηκε και η σκηνή πια ανήκε στο Dwight Yoakam. Ο «γηραιότερος» του Φεστιβάλ παρέμεινε πιστός στο είδος του, τραγουδώντας όλες του τις παλιές επιτυχίες από τα τέλη των 80s μέχρι και τα τέλη των 90s, ενώ έδωσε και μια γεύση στον κόσμο από τον τελευταίο του δίσκο.

Και φτάνουμε αισίως στη μεγαλύτερη στιγμή της βραδιάς, που δεν είναι άλλη από την εμφάνιση της καλλιτέχνιδας, Miranda Lambert. Η νεαρή αλλά άκρως επιτυχημένη Miranda ετοίμασε ένα δίωρο σόου, από το οποίο δεν έλειπε απολύτως τίποτα. Η μία επιτυχία ερχόταν μετά την άλλη, ενώ η όλη της εμφάνιση είχε ροκ διάθεση. Από όλους τους καλλιτέχνες μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο η Miranda κατάφερε να τραγουδήσει κάντρι ροκ, μπαλάντες και παραδοσιακά κομμάτια χωρίς να χάσει την προσοχή του κοινού. Με το “Mamma’s Broken Heart”, “Little Red Wagon” και “Bathroom Sink” από το τελευταίο της album εξέφρασε τη ροκ της διάθεση, ενώ δεν άργησαν να έρθουν και τα περισσότερο προσωπικά της τραγούδια, όπως το “All Kinds Of Kinds” και το “Smoking & Drinking”. Τα φωνητικά της ήταν αέρινα και δυνατά και η μπάντα της δεν έπαψε λεπτό να τη συνοδεύει, δίνοντας την αίσθηση ολοκληρωμένης ορχήστρας. Κορυφαία στιγμή της Miranda Lambert ήταν το “House That Built Me”, μια μπαλάντα κατά τη διάρκεια της οποίας η τραγουδίστρια συγκινήθηκε, κάνοντας όλους τους θεατές να την καταχειροκροτήσουν. Η δεύτερη βραδιά έκλεισε με την μπάντα της να βγαίνει μπροστά και να τραγουδά μαζί της, όπως έκανε και η Ashley Monroe, τραγουδώντας το “I Got A Friend”, σε μια ατμόσφαιρα που θύμιζε οικογενειακό περιβάλλον.

Ημέρα 3η

Η τελευταία μέρα του C2C Country to Country ήταν και η πολυαναμενόμενη. Πολλοί είπαν ότι ήταν sold out και αν κρίνω και από τον κόσμο που περίμενε στην ουρά έξω από την “3Arena” αλλά και από το γεγονός ότι άνοιξαν κι άλλες κερκίδες, μάλλον ίσχυε. Ο λόγος; Μα φυσικά οι καλλιτέχνες: Carrie Underwood, Little Big Town, Sam Hunt και Maddie & Tae.

Το σόου άνοιξαν οι δυο μικρές Maddie & Tae, σε πιο κάντρι ποπ ρυθμούς. Τα δυο κορίτσια από την Αμερική αποτέλεσαν πολύ καλή προθέρμανση για τη μεγάλη βραδιά, τραγουδώντας επιτυχίες τους από τον ντεμπούτο δίσκο τους, “Start Here”. Αναμφίβολα, highlight της εμφάνισής τους ήταν το “Girl In A Country Song”, με το οποίο έκλεισαν και την εμφάνισή τους. Συναισθηματική στιγμή ήταν βέβαια και όταν τραγούδησαν το “Fly”, τη γλυκιά τους μπαλάντα που χρησιμοποιήθηκε και για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Ό,τι κάντρι ήχος υπήρχε από τα δυο κορίτσια εξαφανίστηκε και θέση πήραν R&B κάντρι μελωδίες, με εκπρόσωπο φυσικά τον Sam Hunt. Τα κορίτσια άρχισαν να φωνάζουν από το λεπτό που ανέβηκε στη σκηνή και το μπάσο ανέβασε ένταση. Με το “Leave The Night On” ξεκίνησε το πρόγραμμά του και συνέχισε με το “Single For The Summer”, το “We Are Tonight” και άλλα πολλά. Το άσχημο της εμφάνισής του ήταν το γεγονός πως κατά την αλλαγή των τραγουδιών του, έπαιζαν ποπ χορευτικά τραγούδια, όπως το “We Found Love” και το “We Can’t Stop”, για κάποιον ανεξήγητο λόγο που παραξένεψε πολύ κόσμο. Με το “House Party” έβαλε φωτιά στον χώρο, ενώ highlight αποτέλεσε το “Take Your Time”, όπου οι θεατές δεν τον άφησαν στην κυριολεξία να το τραγουδήσει μόνος του. Ο καρδιοκατακτητής Sam Hunt έφυγε από τη σκηνή τραγουδώντας την τελευταία του επιτυχία, το “Break Up In A Small Town”.

Οι Little Big Town ήταν η ευχάριστη έκπληξη του Φεστιβάλ. Μπορεί να είναι ένα φτασμένο συγκρότημα στην Αμερική, αλλά κανείς δε θα περίμενε πως η εμφάνισή τους θα δημιουργούσε πραγματικά κύματα χειροκροτημάτων, ουρλιαχτών και χτυπημάτων των ποδιών στις κερκίδες. Τα τέσσερα μέλη μπήκαν στον συναυλιακό χώρο χωρίς φώτα και τραγουδώντας acapella το “Jolene” της Dolly Parton. Από εκεί και έπειτα ακολούθησε μιάμιση ώρα με την τετράδα να κερδίζει χειροκροτήματα μετά από κάθε τραγούδι. Οι L.B.T. έδωσαν έμφαση στην προώθηση του τελευταίου τους δίσκου, “Painkiller”, τραγουδώντας κυρίως κομμάτια από αυτόν. Έπαιξαν με το κοινό, σήκωσαν τη σημαία της Ιρλανδίας, συζήτησαν με τους fans της πρώτης σειράς και έδωσαν το 100% τους για μια εμφάνιση που δύσκολα θα ξεχάσει κανείς. Χωρίς καμία αμφιβολία, το κοινό έκρινε ως την καλύτερη στιγμή της βραδιάς -ίσως και του Φεστιβάλ- τη στιγμή που οι Little Big Town τραγούδησαν την τελευταία τους μεγάλη επιτυχία, το “Girl Crush”, την κάντρι μπλουζ μπαλάντα τους που ταρακούνησε τα νερά του αμερικανικού ραδιοφώνου. Έκλεισαν με το “Boondocks” τους και δεν μπορούσαν ούτε οι ίδιοι να πιστέψουν την αγάπη που δέχθηκαν από το ιρλανδικό κοινό.

Για το κλείσιμο του Φεστιβάλ στην Ιρλανδία, είχε απομείνει η βασίλισσα της νέας γενιάς της κάντρι μουσικής. Ο λόγος φυσικά για την Carrie Underwood, η οποία δε δίστασε να φέρει τη Storyteller περιοδεία της στο Δουβλίνο. Επί δύο ώρες η Carrie παρουσίαζε παλιές αλλά και νεότερες επιτυχίες της, με κυριότερες το “Jesus Take The Wheel”, το “Two Black Cadillacs”, το “Blown Away”, το “Little Toy Guns” και το “Heartbeat”. Τα φωνητικά της ήταν απίστευτο να θεωρήσεις ότι ήταν ζωντανά, αφού ακουγόταν όπως ακριβώς στους δίσκους της. Τραγούδησε κυρίως κομμάτια από τον τελευταίο “Storyteller” δίσκο της και εντύπωση προκάλεσαν τα “Chaser” και “Choctaw County Affair”. Αυτό όμως που έκανε τη συναυλία της Carrie Underwood ξεχωριστή ήταν η διασκευή της στο “I Will Always Love You”, όπου τραγούδησε με τη συνοδεία μόνο κιθάρας, ενώ ένα μέρος του κομματιού στην αρχή acapella. Η βραδιά και το Φεστιβάλ έκλεισαν με το “Something In The Water”, με την Carrie να παραδίδει μαθήματα φωνητικής αλλά και να περνά θρησκευτικά μηνύματα.

_______
Αυτό ήταν εν ολίγοις το C2C Country to Country Music Festival. Ένα τριήμερο (11 – 13 Μαρτίου) γεμάτο κάντρι μουσική για όσους οπαδούς του συγκεκριμένο μουσικού είδους υπάρχουν στην Ευρώπη. Με τη λήξη του Φεστιβάλ, ανακοινώθηκε επίσημα και το τριήμερο για το επόμενο έτος. Ας ελπίσουμε να είμαστε εκεί!

No related posts.