Στο μυαλό του νεοναζί της διπλανής πόρτας

Στην κατάμεστη αίθουσα του σινεμά «Ολύμπιον» πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 15 Μαρτίου η πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ «Χρυσή Αυγή: Προσωπική υπόθεση». Εμείς είμασταν εκεί και μαζί με τους υπόλοιπους φίλους του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης κληθήκαμε μέσα από την παραγωγή 90 λεπτών να μπούμε στο μυαλό του νεοναζί της διπλανής πόρτας.

Το ντοκιμαντέρ βασισμένο στην πενταετή έρευνα της δημοσιογράφου και σκηνοθέτριας της ταινίας Ανζελίκ Κουρούνη επιδιώκει να εισχωρήσει στην καθημερινότητα ψηφοφόρων και μελών της Χρυσής Αυγής, διερευνώντας τις απόψεις, τις στάσεις, την ιδεολογία αλλά και την καθημερινότητά τους. Παράλληλα, καταγράφονται οι λόγοι και οι τρόποι μέσω των οποίων ευνοήθηκε η ανάδειξη του νεοναζιστικού κόμματος σε τρίτη δύναμη στο κοινοβούλιο της χώρας.

«Ο σύντροφός μου είναι Εβραίος, ο ένας μου γιός γκέι, ο άλλος αναρχικός κι εγώ αριστερή φεμινίστρια, κόρη μεταναστών. Αν η Χρυσή Αυγή έρθει στα πράγματα, το μόνο μας πρόβλημα θα είναι σε ποιο βαγόνι θα μας βάλουν», δηλώνει η Ανζελίκ κατά την έναρξη της ταινίας. Από το πρώτο λεπτό της καταγράφονται μέσα από τον κινηματογραφικό φακό οι απόψεις και η καθημερινότητα των μελών και των φίλων της οργάνωσης. Η δημοσιογράφος κατά την έρευνά της βρέθηκε ανάμεσά τους, σε συγκεντρώσεις, στα γραφεία, ακόμη και στα ίδια τα σπίτια τους, συνομιλώντας και φέρνοντας στο φως γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωής τους, οι οποίες απέσπασαν τη δυσαρέσκεια, αλλά ακόμη και το γέλιο των θεατών. Είναι, όμως, οι απόψεις και οι στάση των Χρυσαυγιτών για γέλια; Καθόλου, όπως φαίνεται μέσα από το ντοκιμαντέρ…

Η ανοχή που έχει επιδείξει το κράτος και οι φορείς εξουσίας στην Νεοναζιστική οργάνωση αποδείχθηκαν καταστροφικές. Οι λάθος χειρισμοί οδήγησαν μοιραία σε περιστατικά απροκάλυπτης βίας, περιθωριοποίησης ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων και σε συμβάντα με τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό αντίκτυπο. Η ανάδειξη της Χρυσής Αυγής σε τρίτη πολιτική δύναμη της χώρας αποτέλεσε και αποτελεί πληγή για την κοινωνία, την πολιτεία και τη δημοκρατία. Ο ρατσιστικός-ξενοφοβικός λόγος και μία ρητορική μίσους υιοθετήθηκαν και αναπαράχθηκαν μέσα στην ελληνική κοινωνία από τους φορείς εξουσίας, τα Μ.Μ.Ε. και εν τέλει από τους ίδιους τους πολίτες. Η Χρυσή Αυγή, δίνοντας απλοϊκές απαντήσεις σε ζητήματα και προβλήματα καίρια κατά την περίοδο της κρίσης, ευνόησε τεχνηέντως την κυριαρχία μιας ιδεολογίας μίσους και βίας στην ελληνική κοινωνία, η οποία προσομοιάζει εμφανώς στον ναζισμό. Παράλληλα, καταγράφονται οι τακτικές «προσηλυτισμού» στο κόμμα μέσα από τη διοργάνωση συσσιτίων και αιμοδοσιών που απευθύνονται, για ευνόητους λόγους, μόνο σε Έλληνες.

Η σχέση με τη ναζιστική ιδεολογία φυσικά δε μπορεί να κρυφθεί από τους ίδιους τους θιασώτες της Χρυσής Αυγής ούτε γίνεται να μη θιχτεί στην ταινία. Οι φωτογραφίες και τα ντοκουμέντα με τους ναζιστικούς χαιρετισμούς, οι αναφορές των ίδιων των πολιτικών παραγόντων ακόμη και τα καταστατικά του κόμματος αποτελούν ηχηρή απόδειξη της σχέσης του με τη ναζιστική ιδεολογία. Φυσικά, αυτή η σχέση δεν πρέπει να φαίνεται προς τα έξω και να γίνεται γνωστή. Μέσα από ηχητικά ντοκουμέντα καταγράφονται οι οδηγίες των μεγάλων κεφαλιών της οργάνωσης προς τα κομματικά στελέχη να αποφεύγουν τέτοιου είδους συζητήσεις με τους δημοσιογράφους, ώστε να μην υπάρξουν «παρεξηγήσεις».

Τα Μ.Μ.Ε. ήταν από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην απ-ενοχοποίηση και το ξέπλυμα της Χρυσής Αυγής τα τελευταία χρόνια. Η επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος της Χρυσής Αυγής έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε το κόμμα να φαίνεται απλά ως ένα μέσο αντίδρασης στο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και οι εκπρόσωποί του να παρουσιάζονται ως απλοί καθημερινοί άνθρωποι και «παιδιά του λαού».

Στην ταινία θίγεται και αποκαλύπτεται ακόμη η σχέση μερίδας του κλήρου με την νεοναζιστική οργάνωση και η πολιτική εκμετάλλευση του θρησκευτικού φανατισμού από το κόμμα. Η γνωστή και διαχρονική σχέση της οργάνωσης με την αστυνομία και η συγκάλυψη της δράσης της από αυτή δεν μένει ασχολίαστη και καταγράφεται δικαίως ως ένας από τους λόγους που ευνόησαν την ανάδειξή της.

Όταν περνάμε στην ζωή μας μία περίοδο κρίσης νιώθουμε πολλές φορές απομονωμένοι και αδύναμοι. Κλεινόμαστε έτσι στον εαυτό μας και στρεφόμαστε στην οικογένεια μας ή όπου θα νιώσουμε περισσότερη ασφάλεια. Το ίδιο συμβαίνει και με τον εθνικισμό. Σε μία περίοδο πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, η απόγνωση και η δυστυχία του κόσμου δημιουργούν μια αίσθηση αδυναμίας, η οποία φαίνεται να εξαλείφεται, όταν στρεφόμαστε σε ιδέες, οι οποίες μας ξεχωρίζουν και μας αποκόβουν από τον κοινωνικό ιστό, την ενεργή πολιτική ζωή, τους υπόλοιπους ανθρώπους, ευνοώντας την ανάδειξη και την κυριαρχία του μίσους, της βίας και του φανατισμού στις ζωές μας.

Το δηλητήριο του φιδιού έχει εισχωρήσει βαθιά στη δημοκρατία και στο πολιτικό σύστημα της χώρας μας, της Ευρώπης και του κόσμου. Η εμφάνιση ακροδεξιών πολιτικών σε όλη την Ευρώπη αλλά και την Αμερική και η ένταση που δημιουργείται στη χώρα μας σε μια περίοδο τεταμένη πολιτικά και οικονομικά κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.

Το προσφυγικό ζήτημα αποτελεί από την άλλη ανάχωμα για τη διατύπωση ακραίων απόψεων μίσους και μισανθρωπίας, οι οποίες κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο. Η Χρυσή Αυγή αλλά και μία σειρά από άλλοι ακραίοι πολιτικοί είναι εκεί έξω και παραμονεύουν. Η απομόνωση, η εξάλειψη και η πολιτική τους εξαφάνιση είναι προσωπική υπόθεση όλων μας.

No related posts.