Δικαιοσύνη και Κινηματογράφος: ημέρα δεύτερη

Μία εβδομάδα πριν την έναρξη του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη, η Εθνική Σχολή Δικαστικών λειτουργιών σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου οργάνωσε διημερίδα στο «Ολύμπιον» με θέμα «Δικαιοσύνη και Κινηματογράφος».  Αυτή η εξαιρετική πρωτοβουλία έδωσε τη δυνατότητα στους κάτοικους της Θεσσαλονίκης να απολαύσουν παλιές ασπρόμαυρες ταινίες και να γνωρίσουν από κοντά καταξιωμένους ανθρώπους στο χώρο της τέχνης, αλλά κυρίως να συνομιλήσουν με δύο από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της εποχής,τον Παντελή Βούλγαρη και τον Κώστα Γαβρά.

Τη μέρα του Σαββάτου, 5 Μαρτίου, στις  10.30 π.μ., έγινε προβολή της ταινίας «η Δίκης της Νυρεμβέργης», σε σκηνοθεσία του Στάνλει Κρέιμερ και σενάριο του Άμπι Μαν . Ένα φιλμ γυρισμένο το 1961 και βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, κέρδισε 11 υποψηφιότητες για βραβεία και δύο Όσκαρ. Πρωταγωνιστές του είναι ο Σπένσερ Τρεϊσι, ο Μπαρς Λάνκαστερ, ο Μάρλεν Ντίτριχ, η Τζούντι Γκάρλαντ, η Μαρλέν Ντίτριχ,  ο Μοντγόμερι Κλίφ και Μαξιμίλιαν Σέλ.

Νταν Χέιγουντ

Η ταινία εξελίσσεται στην Νυρεμβέργη της Γερμανίας το 1948 και αφορά σε τέσσερις Γερμανούς δικαστές που κατηγορούνται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη διάρκεια του Εθνικοσοσιαλισμού. Ο Σπένσερ Τρέισι (Νταν Χάιγουντ), ένας Αμερικανός δικαστής αναλαμβάνει να τους δικάσει και να πάρει τη σωστή απόφαση.  Μπορεί κανένας από τους τέσσερις κατήγορους να μην πάτησαν τη σκανδάλη, ωστόσο ήταν η αίτια να σκοτωθούν χιλιάδες άνθρωποι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η μόνη τους δικαιολογία ήταν ότι εκτελούσαν διαταγές του Χίτλερ. Κατά πόσο αυτό τους κάνει ένοχους ή αθώους;

Ο δικαστής είναι ψυχρός και δεν αφήνεται ανήμπορος σε κανένα συναίσθημα συμπόνιας ή λύπησης προς τους κατήγορους, παρόλο που εκτός της δίκης παρατηρούμε έναν άνθρωπο με χιούμορ και ευαισθησία. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ernest Laszl και η ανυπαρξία μουσικής ολοκληρώνει το μυστήριο και το σκοτεινό περιβάλλον που θέλει να δημιουργήσει ο σκηνοθέτης.

Οι ερμηνείες είναι καθηλωτικές, από τον Αμερικάνο δικαστή Νταν Χέιγουντ, τη σαγηνευτική Μαρλέν Ντίτριχ , το βλέμμα του κατήγορου Μπαρτ Λάνκαστερ έως την απίστευτη και μέχρι τέλους υπεράσπιση του Μαξιμίλιαν Σέλ, ένας ρόλος που χάρισε στον ηθοποιό το Όσκαρ Ά ανδρικού ρόλου.  Η αφήγηση έχει μία συνέχεια και κρατάει σε εγρήγορση το θεατή με τις δικαστικές στιγμές και τις ιστορικές αλήθειες να αποκαλύπτονται μπροστά στα μάτια του. Ένα αριστούργημα με υπέροχους ηθοποιούς και μια ιστορία απαραίτητη να φανερωθεί σε εκατομμύρια Γερμανούς και όχι μόνο.

Η δεύτερη ταινία που προβλήθηκε στις 14.30 μ.μ. ήταν το πολυσυζητημένο «Ζ» του Κώστα Γαβρά με πρωταγωνιστές τους Υβ Μοντάν, Ειρήνη Παππά, Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Ζακ Περέν. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού. Μεταφερόμαστε στην ταραχώδη δεκαετία της Ελλάδος του 1960, όταν ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ένας αριστερός βουλευτής της Ε.Δ.Α. (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) δολοφονείται.

Το φιλμ ξεκινάει με την ομιλία ενός άνδρα της δεξιάς κυβέρνησης, στην οποία υποστηρίζει  την πάταξη των κομμουνιστών, ενώ στη συνέχεια παρουσιάζεται η προσπάθεια ενός ειρηνιστή επιστήμονα και βουλευτή, τον Υβ Μοντάν, να οργανώσει μια εκδήλωση, στην οποία θα μιλήσει για τον πυρηνικό αφοπλισμό. Μετά από πολλά εμπόδια και ταραχές η εκδήλωση τελικά γίνεται με δεκάδες κόσμο να διαδηλώνει εναντίον της. Ο επιστήμονας και βουλευτής πέφτει στο πεζοδρόμιο μετά από χτυπήματα ακροδεξιών εξτρεμιστών και τελικά πεθαίνει. Από την παθητικότητα της αστυνομίας καταλαβαίνει κανείς πως πρόκειται για κυβερνητική συνωμοσία μεταξύ αυτής και ανώτερων εξουσιών.

Όταν πια θα φανερωθούν οι πραγματικοί ένοχοι, τότε πως θα αντιδράσει η πολιτεία και ποιά θα είναι η ποινή τους ; Σκοπός του φιλμ είναι να παρουσιάσει την κρατική αυθαιρεσία και την αδυναμία της αστυνομίας  να τελέσει το έργο της σε στιγμές όπως αυτή. «Το Ζ δεν είναι ένα φιλμ πάνω στην ψυχολογία, είναι μια ταινία πάνω σε ένα μηχανισμό», είναι τα λόγια του σκηνοθέτη, Κώστα Γαβρά. Γι’ αυτό το λόγο η ταινία δεν ταυτίστηκε με μια χώρα, είχε παγκόσμιο χαρακτήρα και έγινε παγκόσμιο σύμβολο αγώνα αντίστασης και προοπτικής. Σημαντική ήταν και η συμβολή του καθώς αποτέλεσε την αρχική έμπνευση για τη δημιουργία των πολιτικών θρίλερ ντοκιμαντέρ.

Παρόλο που τα μέρη και οι άνθρωποι δεν θυμίζουν σε καμία περίπτωση την Ελλάδα, η πλοκή και η μουσική υποκρύπτουν με έμμεσο τρόπο την πραγματικότητα. Από τους τίτλους αρχής της ταινίας («Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα ή πρόσωπα δεν είναι τυχαία. Είναι σκόπιμη»)γίνεται κατανοητό ότι αναφέρεται στην υπόθεση Λαμπράκη. Μάλιστα, πρόθεση των δημιουργών είναι το «Ζ» να προφέρεται «ΖΕΙ» και όχι «ζήτα», ώστε να ταιριάζει ηχητικά με τα συνθήματα που κραύγαζαν οι οπαδοί του Λαμπράκη όταν πέθανε : «Λαμπράκη ζεις, εσύ μας οδηγείς».

Τη μουσική υπογράφει ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν εξόριστος στη Ζατούνα της Αρκαδίας και έτσι ζήτησε απ’ τον σκηνοθέτη να επιλέξει αυτός τα τραγούδια από παλιότερους δίσκους του. Το μέρος όπου γυρίστηκε η ταινία ήταν η Αλγερία και παραγωγός της ο Jacques Perrin. Οι ερμηνείες ήταν ανεπανάληπτες. Ο Υβ Μοντάν στο ρόλο του βουλευτή, η Ειρήνη Παππά ως χήρα του βουλευτή, ο Ζαν Λουϊ Τρεντινιάν ως ανακριτής, ένας ρόλος που του χάρισε το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου στις Κάννες, και ο Ζακ Περέν στον ρόλο του φωτορεπόρτερ.

Κώστας Γαβράς

Η ταινία κέρδισε δύο Όσκαρ, αυτό της ξενόγλωσσης ταινίας και του μοντάζ, Χρυσή Σφαίρα ως η καλύτερη ξενόγλωσση ταινία, βραβείο Επιτροπής και Α’ ανδρικού ρόλου στον Ζαν Λουϊ Τρεντινιάν στο Φεστιβάλ Καννών και βραβείο για την καλύτερη μουσική ταινίας στο Φεστιβάλ BAFTA.

Στο «Ζ» λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι του τέλους παρουσιάζεται μια λίστα από όσα απαγόρευε η χούντα στην Ελλάδα λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Λαμπράκη. Ανάμεσα σε αυτά είναι τα ειρηνευτικά κινήματα, οι απεργίες, η συγκρότηση εργατικών σωματείων, τα μακριά μαλλιά στους άνδρες, η μουσική των Beatles, ο Λέων Τολστόι, ο Ιονέσκο, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, η ελευθεροτυπία, αλλά και το γράμμα “Ζήτα” που θυμίζει τον Λαμπράκη.

Related posts:

  1. Δικαιοσύνη και κινηματογράφος: δεύτερη στρογγυλή τράπεζα