Επτά ημέρες αποχής από τα κοινωνικά μέσα

Η πρώτη σελίδα που έκανα σε κοινωνικό μέσο ήταν πριν από οκτώ χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Στην αρχή ήμουν πολύ αυστηρή και ιδιαίτερα επιφυλακτική με αυτή την ιδέα. Στη συνέχεια, και αξιοποιώντας τα εργαλεία που προσέφερε το εκάστοτε μέσο, δήλωνα λάτρης αυτών και περνούσα αρκετή ώρα συνδεδεμένη στις προσωπικές μου σελίδες. Από όλα τα κοινωνικά μέσα, ξεχώρισα ένα, μέσω του οποίου έχω τη δυνατότητα να επικοινωνώ με φίλους, αλλά και να μαθαίνω για τη ζωή τους, ακόμα κι αν δεν έχουμε καθημερινή επικοινωνία, μέσα από αναρτήσεις και φωτογραφίες.

Κάποια στιγμή, όμως, κάτι σε ξενίζει. Κάτι αρχίζει να μη σου αρέσει. Διαπιστώνεις ότι ίσως οι πληροφορίες που λαμβάνεις είναι περισσότερες από όσες επιθυμείς ή σου είναι εντελώς αδιάφορες. Πληροφορίες όπως,  πού είναι οι φίλοι σου, με ποιους, τι ήπιαν, τι έφαγαν και τι φόρεσαν κοινοποιούνται διαρκώς, με τις φωτογραφίες να κατακλύζουν τη σελίδα σου, κι εσύ να αναλώνεσαι σε ένα διαρκές «ρολάρισμα» μπροστά σε έναν υπολογιστή. Βεβαίως, το φωτογραφικό υλικό το οποίο αναρτάται είναι τις περισσότερες φορές ιδιαίτερα προσεγμένο. Μην εκτεθούμε και  στους χιλιάδες φίλους που έχουμε!

Το ξέρω το παιχνίδι, γιατί ως έναν βαθμό ακολουθούσα κι εγώ τους «κανόνες» του. Ώσπου κάποια στιγμή όλο αυτό με κούρασε!  Έτσι, άρχισα να αναρτώ και φωτογραφίες οι οποίες δεν με κολάκευαν. «Ε, και; Τι έγινε; Θα με κακοχαρακτηρίσουν;», σκεφτόμουν. Η νέα πρακτική μου βασίζεται στο ότι οι άνθρωποι που με ξέρουν, με έχουν δει στα ωραία μου και στα άσχημά μου. Και όσοι δεν με ξέρουν, αν θέλουν να με μάθουν, ας με μάθουν και στα άσχημά μου. Άλλωστε, στόχος μου δεν είναι να υπογράψω συμβόλαιο με γραφείο μοντέλων. Ποτέ δεν είχα εμμονή με το πόσα «like» θα πάρει μια φωτογραφία μου ή μια οποιοδήποτε ανάρτησή μου.

Πέραν, όμως, των συνεχών αναρτήσεων, υπάρχει και ένα άλλο φαινόμενο το οποίο δηλώνει πόσο εθισμένοι είναι κάποιοι στα κοινωνικά μέσα. Πηγαίνεις μια βόλτα και βλέπεις παρέες να μην ανταλλάσσουν κουβέντα, καθώς είναι αφοσιωμένοι στο τι θα αναρτήσουν στις σελίδες τους, προκειμένου να κερδίσουν το πολυπόθητο «like». Τότε αναρωτιέσαι: «Γιατί βγήκαν παρέα, αφού μπορούσαν να είναι στα σπίτια τους και να τα λένε –αυτά που δεν λένε ζωντανά- μέσω του chat».

Βλέποντας και ζώντας κι εγώ αυτή την πραγματικότητα, θέλησα να δοκιμάσω τον εαυτό μου και να πειραματιστώ. Αποφάσισα, λοιπόν, να κλείσω τη σελίδα μου σε ένα από τα πιο δημοφιλή κοινωνικά μέσα για μία εβδομάδα, καθώς τόσο είναι το ανώτερο όριο αποχής που επιτρέπει η συγκεκριμένη σελίδα, όταν επιλέγεις να απέχεις προσωρινά.

Παρά το γεγονός ότι κάνω μία σχετικά ελεγχόμενη χρήση των κοινωνικών μέσων, δεν μπορώ να κρύψω ότι τις επτά μέρες που απείχα από αυτή την κατάσταση, ηρέμησα πραγματικά! Τώρα, βέβαια θα μου πει κάποιος, περίμενες να κλείσεις τη σελίδα σου, για να ηρεμήσεις; Ναι! Όταν κάτι σου γίνεται εμμονή ή εξάρτηση -καθώς περνούσα αρκετό χρόνο με το να διαβάζω τις αναρτήσεις στην αρχική μου σελίδα- μόνο όταν απαλλαγείς από αυτό, μπορείς να νιώσεις ήρεμος και ελεύθερος.

Ας μη γελιόμαστε, τα social media με τις δυνατότητες που μας παρέχουν, μας επιτρέπουν να εκτιθέμεθα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Λειτουργούν ως κλειδαρότρυπα -ή καλύτερα ως ορθάνοιχτη πόρτα- στη ζωή μας, και επιτρέπουμε στους άλλους πολύ εύκολα να έχουν πρόσβαση σε αυτή. Φαντάζει ως ένα πολύ ωραίο παιχνίδι, όσο, όμως, περνάει ο καιρός και η έκθεση αυξάνει, το παιχνίδι ξεφεύγει.

Όλοι έχουμε τη ζωή μας. Όλοι βγαίνουμε. Όλοι περνάμε όμορφα. Όλοι περνάμε δύσκολα. Όλοι τα κάνουμε όλα! Απλώς, κάποιοι επιλέγουμε όσα συμβαίνουν στη ζωή μας να τα μοιραζόμαστε με όσους βρίσκονται πραγματικά κοντά μας και δεν εκφράζουν τη συμπαράστασή τους προς εμάς με ένα κλικάρισμα.

Εκείνες τις επτά ημέρες η επικοινωνία μου περιορίστηκε σε λίγα άτομα, στενούς φίλους, με τους οποίους επικοινωνούμε ούτως ή άλλως. Εντάξει, μου έλειψαν κάποιοι, με τους οποίους επικοινωνώ μέσω του συγκεκριμένου κοινωνικού δικτύου, κυρίως γιατί είναι μακριά, αλλά σκέφτομαι ότι, για να συμβαίνει αυτό, σημαίνει ότι η «σύνδεσή» μας ξεκινά και τελειώνει εκεί μέσα.

Εκείνες τις επτά ημέρες δεν ξέρω τι συνέβη σε φίλους μου από το κοινωνικό δίκτυο, όπως ούτε εκείνοι έμαθαν τι συνέβη στη δική μου ζωή, καθώς δεν μπορούσα να δω τις αναρτήσεις τους και δεν μπορούσα να κάνω κι εγώ δικές μου.

Εκείνες τις επτά ημέρες αντιλήφθηκα ότι ο χρόνος που σπαταλάω με το να είμαι συνδεδεμένη στα κοινωνικά μέσα και να τσεκάρω αναρτήσεις φίλων είναι πράγματι υπερβολικός, όπως υπερβολική είναι και η στάση μου όταν βλέπω  κάποιες από αυτές (τις αναρτήσεις).

Εκείνες τις επτά ημέρες το κινητό μου δεν χρειαζόταν φόρτιση δυο φορές την ημέρα, καθώς δεν έμπαινα στο διαδίκτυο με την πρώτη ευκαιρία, κι έτσι δεν σπαταλούσα την μπαταρία μου.

Αυτή η ολιγοήμερη –για αρχή- αποχή μού επέτρεψε να διαπιστώσω ότι όσο απομακρυνόμουν από την ψηφιακή πραγματικότητα, τη δική μου αλλά και των άλλων, τόσο πιο ωραία έβλεπα την «πραγματική» πραγματικότητα. Και πιστέψτε με, αυτές τις μέρες γέμισα τον χρόνο μου με πολύ όμορφα πράγματα χωρίς να ενδιαφέρομαι  εάν θα έχω σήμα, ώστε να μπω στο κοινωνικό μέσο και να δω ποιος ανέβασε τι.

Φίλε μου, ένα πράγμα έχω να σου πω…

Όταν σταματήσεις να κυνηγάς τα likes, έλα στην πλατεία. Κερνάω καφέ!

ΥΓ: Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το παρόν κείμενο δεν έχει σκοπό να επικρίνει ή να κατακρίνει τους χρήστες των social media. Καθένας ασφαλώς έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την προσωπική του σελίδα με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμεί. Άλλωστε, μόλις δημοσιευτεί το κείμενο, θα αναρτηθεί και στη σελίδα μου στο κοινωνικό μέσο στο οποίο αναφέρομαι, αλλά όχι για να «αρέσει» στους φίλους μου, απλώς για να μοιραστώ την εμπειρία με κάποια άτομα παραπάνω!

No related posts.