Ραντεβού στη χώρα των παρωχημένων ιδεών

Ελευθερία, Δημοκρατία, Εθνική Κυριαρχία, Υπερηφάνεια, Αξιοπρέπεια, Τιμή, Όχι… είναι μερικές μονάχα από τις λέξεις που λειτουργούν όπως το βότσαλο σε μια ήρεμη -όσο ήρεμη μπορεί να είναι σε κάθε χρονική περίοδο και δη στην παρούσα- λίμνη, επαναφέροντας στην επιφάνεια ανάμεικτα συναισθήματα, φουσκώνοντας τα πνευμόνια και σμιλεύοντας ένα χαμόγελο στα πρόσωπα που πασχίζουν να δουν μια αχτίδα φωτός σ’ένα γκρίζο ουρανό.

Κάπως έτσι δεν λειτουργούν άραγε οι εθνικές εορτές και οι επέτειοι μνήμης; Κάπως έτσι δεν θυμάται ο κοινός ελληνικός νους πως οι πρόγονοί του έχυσαν το αίμα τους, παλεύοντας υπό αντίξοες συνθήκες για να διατηρήσουν ακέραια τα πάτρια εδάφη; Κάπως έτσι δεν μαθαίνει ο Νεοέλληνας οτι οι ρίζες του δεν είναι ίδιες με όλων των άλλων λαών αλλά προέρχεται από ανθρώπους ξεχωριστούς, άξιους επαίνων και θαυμασμού;

Φυσικά και όλα έχουν την σημασία τους και δεν υποτιμάται καμιά εκδήλωση απόδοσης τιμών. Μήπως όμως μένουμε στην επιφάνεια; Μήπως κοιτάμε τους ομόκεντρους κύκλους και μόνο για όσο υπάρχουν θυμόμαστε; Μήπως η μνήμη μας είναι επιλεκτική και κάποιες φορές η απόδοση τιμών εικονική ή έστω στιγμιαία;

Οι έννοιες, που κατά το κοινώς λεγόμενο «γεννήθηκαν» στην Ελλάδα, φέρουν ένα βαρύ νοηματικό και συναισθηματικό φορτίο, το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ η πολιτική ηγεσία της χώρας, η οποία ανέκαθεν επιλέγονταν (και κακά τα ψέμματα, αντικατόπτριζε τον μέσο πολίτη) λειτουργούσε και λειτουργεί σαν τον κοσμηματοπώλη, ο οποίος παίρνει το πολύτιμο μέταλλο και το πλάθει όπως θέλει, το ονομάζει όπως θέλει και αν το μετανιώσει το ξαναχαλάει και το ξαναφτιάχνει, και τούμπαλιν, αλλάζοντάς του κάθε τόσο όνομα και μορφή.

Λέξεις, λοιπόν, με βαρύνουσα σημασία έφτασαν να αποτελούν πλέον αναμνήσεις μιας άλλης εποχής που τις θυμόμαστε μόλις το ημερολόγιο δείξει μια συγκεκριμένη ημερομηνία ή απέμειναν να λέγονται σχηματικά ενώ κανείς πλέον δεν νιώθει την ουσία τους και το μεγαλείο που άλλοτε κουβαλούσαν. Γιατί άραγε; Μήπως γιατί δεν πιστεύουμε πλέον σε αυτές ή μήπως γιατί άλλαξαν -τους άλλαξαν- το νόημα ή μήπως γιατί δεν είναι παρά σημαίνοντα χωρίς σημαινόμενα;

Η συζήτηση μπορεί να μοιάζει εντελώς θεωρητική. Η ουσία της όμως είναι τόσο επίκαιρη αλλά και διαχρονική, αν αντιληφθεί κανείς πως στο καθημερινό άκουσμα αυτών των λέξεων πια δεν νιώθει ο μέσος άνθρωπος παρά τον ήχο μιας κοινοτυπίας, της οποίας ο θόρυβος κάποιες φορές καταντά ενοχλητικός. Μήπως και πάλι αυτό δεν είναι ένα σύμπτωμα της σύγχρονης εποχής αλλά μια πεπαλαιωμένη και σαφώς συνεχώς εξελισσόμενη πρακτική, η οποία ποικιλοτρόπως χρησιμοποιείται από τους ασκούντες την εξουσία και φέρει ενίοτε τα βέλτιστα αποτελέσματα, ποντάροντας στην ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης να πιστέψει κάπου για να συνεχίσει;

«…Και άλλαζαν την καθιερωμένη σημασία των λέξεων ώστε να ταιριάζει με τις πράξεις τους. Έτσι, η ασυλλόγιστη τόλμη λογιζόταν γενναιότητα και αφοσίωση στην παράταξη, η προνοητική αυτοσυγκράτηση εύσχημο πρόσχημα δειλίας, η σωφροσύνη πρόφαση ανανδρίας και η σφαιρικότερη θεώρηση των πραγμάτων καθολική ανικανότητα για δράση. Η παράφορα ασυγκράτητη ορμή θεωρήθηκε ανδρική αρετή και η προσεκτική εξέταση προκειμένου να σιγουρευτεί ένα εγχείρημα εύσχημη πρόφαση υπεκφυγής…», έγραψε ο Θουκυδίδης, προβλέποντας μάλλον ότι ζούμε στη χώρα των παρωχημένων εννοιών ή των εξαπατημένων ες αεί πολιτών.

No related posts.