Βοήθα, καλέ μου, μη φαγωθούμε μεταξύ μας…

Το καλοκαίρι που διανύουμε είναι ίσως για πολλούς από εμάς το πιο σουρεαλιστικό που έχουμε ζήσει ποτέ. Αναμφίβολα πάντως πρόκειται για το σουρεαλιστικότερο των τελευταίων ετών για τη χώρα μας, γεγονός που συμβαίνει με δυσάρεστο τρόπο…

Ήταν μεσάνυχτα Παρασκευής 25 Ιουνίου προς Σάββατο 26 Ιουνίου, όταν ο Πρωθυπουργός της χώρας, κ. Αλέξης Τσίπρας, ανακοίνωνε Δημοψήφισμα για την Κυριακή 5 Ιουλίου και καλούσε τον ελληνικό λαό να αποφανθεί με ένα «ΝΑΙ» ή με ένα «ΟΧΙ» -τασσόμενος πάντως ο ίδιος και η Κυβέρνησή του φανερά υπέρ του «ΟΧΙ»- στην πρόταση Συμφωνίας που είχαν καταθέσει οι δανειστές προς την ελληνική πλευρά.

Ένα Δημοψήφισμα που χαρακτηρίστηκε από πολλούς «παρωδία» και είχαν δίκιο σ’ αυτό, γιατί η ίδια η φύση του ερωτήματος αλλά και το γεγονός ότι αφορούσε ένα ερώτημα επί μίας προτάσεως που στις 5 Ιουλίου (ημέρα ψήφισης) δεν υπήρχε πλέον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεών μας με τους Ευρωπαίους εταίρους μας το καθιστούσαν αχρείαστο. Στην πορεία, βέβαια, το Δημοψήφισμα αποδείχθηκε και επιζήμιο. Οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν, δε, έδειξαν, ότι το ερώτημά του ήταν και επίπλαστο. Θα μπορούσε η ερώτηση να αφορά οτιδήποτε, αρκεί το αποτέλεσμα που θα προέκυπτε να ήταν υπέρ αυτού που θα υποστήριζε με θέρμη ο Αλέξης Τσίπρας. Ήταν η κίνηση-ματ που έκανε ο Έλληνας Πρωθυπουργός για να επιβληθεί στην Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και να κάνει κάτι που ίδιος θεωρεί «αναγκαίο κακό» για να αποτραπεί η ασύντακτη χρεοκοπία της χώρας. Το 61.3% που προέκυψε άλλωστε υπέρ του «ΟΧΙ» ανήκει ολοκληρωτικά σ’ αυτόν.

Οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν είναι λίγο-πολύ γνωστές. Έπειτα από μία θριλερική Σύνοδο Κορυφής των μελών της Ευρωζώνης στις 12 Ιουλίου, επιτεύχθηκε Συμφωνία με τους Ευρωπαίους συμμάχους μας και η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να αναπνέει. Πρόκειται βέβαια για ένα σκληρό τρίτο Μνημόνιο, που ωστόσο είναι απαραίτητο, καθώς βοηθά τη χώρα μας να αποφύγει το απόλυτο χάος και να ελπίζει ότι αργά ή γρήγορα θα ανακάμψει και θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια της. Εξάλλου, κάποιες από τις διατάξεις της Συμφωνίας, όπως οι αποκρατικοποιήσεις (λιγότερο Δημόσιο δηλαδή) και η αποκομματικοποίηση – αποπολιτικοποίηση της Δημόσιας Διοίκησης δεν είναι κακές και αποτελούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις, στις οποίες θα έπρεπε να είχαν προχωρήσει, εδώ και πολλά χρόνια, από μόνες τους οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις.

Ας τα αφήσουμε πάντως για λίγο στην άκρη όλα αυτά, διότι πρέπει να εστιάσουμε στο κλίμα πόλωσης που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία από τότε που ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε το δημοψήφισμα. Γιατί μπορεί πλέον μεν σύμπασες οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις (πλην του μόνιμα και σε όλα διαφωνούντος Κ.Κ.Ε. και της Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) να συμφωνούν για την ανάγκη να κλειδώσει οριστικά η Συμφωνία (κάτι που λογικά είναι θέμα χρόνου να συμβεί), ώστε να αποφευχθεί το Grexit, μπορεί το 80% των Ελλήνων να υποστηρίζει ότι πρέπει να παραμείνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ευρώ, όμως υπάρχει και ένα 20% που πιστεύει ακριβώς το αντίθετο.

Η όλη ουσία κρύβεται τώρα στο πώς θα διατηρήσουμε αυτά τα δύο ποσοστά ενωμένα, αποτρέποντας τη μεγέθυνση του διχασμού που, μοιραία, ήδη υπάρχει. Σίγουρα, σ’ αυτό δε βοηθούν καθόλου όσα κυβερνητικά ή μη στελέχη υπερψηφίζουν το τρίτο Μνημόνιο και παράλληλα χαρακτηρίζουν τη Συμφωνία «πραξικόπημα», διότι με τις δηλώσεις τους εξακολουθούν να θρέφουν το δίπολο «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», παίρνοντας τον ρόλο των αντιμνημονιακών που εκβιάστηκαν και δεν είχαν άλλη επιλογή, αλλά και όσοι, όπως ο δημοσιογράφος Γιώργος Δελαστίκ, αποκαλούν «γερμανοτσολιάδες» 4/10 Έλληνες που ψήφισαν «ΝΑΙ» στην Ευρώπη στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο καθένας ψήφισε και υποστηρίζει αυτό που θεωρεί καλύτερο για τη χώρα του. Να δούμε τι έχουμε τώρα μπροστά μας και χωρίς λαϊκισμούς, σκόρπια λόγια και υπερβολές να προχωρήσουμε σε έναν δρόμο που μοιάζει να είναι μονόδρομος. Με ρεαλισμό, σύνεση, επίγνωση της κατάστασης και των δυσκολιών που έρχονται και κατανόησης ότι όσοι είναι υπέρ της Ευρώπης, δεν είναι υπέρ της Ευρώπης του Wolfgang Schaeuble, της Angela Merkel, του Nigel Farage και της Marine Le Pen, αλλά υπέρ της Ευρώπης του Francois Hollande, του Jeane-Claude Juncker, του Donald Tusk, του Matteo Renzi, του Pierre Moscovici και του Guy Verhofstadt. Γιατί αν και ο δρόμος που έχουμε να περπατήσουμε δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, είναι σίγουρα καλύτερος από το απόλυτο χάος.

Επίκαιροι παραμένουν και οι στίχοι του Κ.Χ. Μύρη (Κωνσταντίνου Γεωργουσόπουλου), που μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος και πρωτοερμήνευσε ο Νίκος Ξυλούρης:

…Μεγάλωσαν τα γένια μας, η ψυχή μας αλλιώτεψε
αγριεμένο το σκυλί, γαβγίζει τη φωνή του
βοήθα, καλέ μου, μη φαγωθούμε μεταξύ μας…

No related posts.