Η “μανία” του Πειρατικού Ραδιοφώνου στη δεκαετία του ‘70

Ο κ. Ιωάννης Διακουμής, γεννημένος στη Βυζίτσα Πηλίου και πλέον συνταξιούχος δάσκαλος, ασπάστηκε σε ηλικία 29 ετών την τότε δημοφιλέστατη συνήθεια των πειρατικών σταθμών στην πόλη του Βόλου. Το «ράδιο teacher», όπως ο ίδιος ονόμαζε τις ώρες που βρισκόταν «στον αέρα», ήταν ένας από τους πρωτότυπους ραδιοφωνικούς τίτλους της περιοχής. Ανάμεσά τους ο «Σάκης ο Sanyo», «ο κατεργάρης», «το τρελό αγόρι», «ο Αντώνης το δαιμόνιο», το «ράδιο φυγόδικος», και ο «Amore».

Με νοσταλγία μας αφηγείται τόσο τη μυστικότητα η οποία τηρούνταν στην προμήθεια τεχνικού εξοπλισμού, όσο και τις «κόντρες εμβέλειας» με πλευρικά χτυπήματα και παράσιτα που γίνονταν ζωντανά με άλλους ραδιοπειρατές. Απαραίτητη και ουσιαστική ήταν η συμβολή ενός ηλεκτρολόγου σε κάθε παρέα, ώστε να μπορούν να εγκαταστήσουν με επιτυχία την παράνομη κεραία, περνώντας πάνω σε ταράτσες σπιτιών και ανάμεσα σε καλώδια της ΔΕΗ. Δεν ήταν λίγες οι βραδιές που το δωμάτιο-σταθμός στην πίσω αυλή γινόταν στέκι για διερχόμενους ακροατές και φίλους, οι οποίοι όμως σέβονταν τον άγραφο νόμο της μη κατανάλωσης αλκοόλ μέσα στο σταθμό. Το σταθερό τηλέφωνο αφιερώσεων διαδίδονταν με χαρτάκια από χέρι σε χέρι, ενώ άλλοι άφηναν την αφιέρωσή τους κάτω από το χαλάκι της πόρτας.

Οι 2.000 μεταμεσονύκτιες ραδιοφωνικές ώρες του «ράδιο teacher», με το χαρακτηριστικό «another brick in the Wall» στο σήμα έναρξης, περιελάμβαναν μεγάλη ποικιλία μουσικών ειδών και φυσικά «ό,τι ζητούσε το κοινό!». Νέο κύμα, Bee Gees και Κριστόφ για τις γυναικείες αφιερώσεις, αλλά και βαριά λαϊκά μετά τις 3:00 το πρωί. Κάποιοι διαγωνισμοί με έπαθλο ένα πικ-απ ή μια κασέτα γίνονταν η αφορμή για νέες γνωριμίες με άλλες παρέες. Έτσι, η φήμη του σταθμού εξαπλώνεται αρκετά. «Δεν είχαμε αυταπάτες ότι μας άκουγαν γιατροί ή καλές οικογένειες. Όμως ο απλός κόσμος μας εκτιμούσε και μας χαιρετούσε στο δρόμο. Για την ακρίβεια το κάνει ακόμα και σήμερα!». Ακόμα και αφιερώσεις από νεαρούς αστυνόμους γίνονταν δεκτές στα κρυφά, ενώ ο τοπικός τύπος δεν έμενε αμέτοχος στα πειρατικά δρώμενα, δημοσιεύοντας, για παράδειγμα, άρθρο με τίτλο «Εσίγησε ο Blow-up…», όταν ο ομώνυμος σταθμός έκλεισε το 1981 μετά από παρέμβαση της αστυνομίας.

Την περίοδο 1976-1982 και ενώ οι πειρατικοί σταθμοί ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια ξεπερνώντας τους 50 στη Μαγνησία, δεν έλειψαν ούτε στιγμή οι συλλήψεις από την αστυνομία και τα παράπονα των γειτόνων για παρεμβολές στο τηλεοπτικό τους σήμα. Κάποια «κόλπα» των ραδιοπειρατών για να αποφύγουν τον εντοπισμό τους από την αστυνομία ήταν να «θολώνουν τα νερά» λέγοντας στον αέρα οτι «εκπέμπουμε από την κορυφή του Πηλίου», να εξασφαλίσουν την ηχητική μόνωση του δωματίου με σελοφάν και κουβέρτες στα παράθυρα ή ακόμα και να μεταφέρουν ολόκληρο τον πομπό σε νέα γειτονιά. Ωστόσο κάποιους τους πρόδιδε το ραδιογωνιόμετρο, το ειδικό μηχάνημα εντοπισμού πειρατικών συχνοτήτων της αστυνομίας.

Όσο για το προσωπικό κίνητρο του κ. Διακουμή και τη σημερινή άποψή του για εκείνο το παράνομο χόμπι του, ο ίδιος αναφέρει: «Προσωπικά είχα περάσει άγχος, εντάσεις και πολλά ξενύχτια για αυτή την ενασχόληση. Τώρα πλέον δεν το θεωρώ ούτε καλό χόμπι, ούτε κακό. Ήταν ο σφυγμός της εποχής. Ένας τρόπος να περνάω την ώρα μου. Η βραδινή διασκέδαση στην επαρχία περιελάμβανε ποτό ή κάπνισμα τότε. Ή ουζερί ή ύπνος. Προτίμησα να κάνω κάτι που με ευχαριστούσε και με κρατούσε μακρυά από αυτά. Έβαζα τα ακουστικά και αισθανόμουν σαν πιλότος. Πορωνόμουν με το “τακ” που έκανε ο διακόπτης… Αναγνωρίζω πως η παρανομία δεν ήταν καλό πράγμα, όμως ήταν αναπόφευκτο να ασχοληθώ με την πειρατεία».

No related posts.