Περί της αναβάθμισης της δημοκρατικής αξίας των δημοψηφισμάτων

Τους τελευταίους δύο μήνες του τρέχοντος έτους η πολιτική πράξη του δημοψηφίσματος έχει αναδειχθεί σ’ ένα από τα πλέον συζητημένα διεθνή γεγονότα. Θα ήταν φαιδρό να ισχυριστούμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει αδίκως. Η Ουκρανία, η Σκωτία, η Βαυβαρία και φυσικά, η Καταλωνία μονοπώλησαν το τελευταίο διάστημα την προσοχή της παγκόσμια κοινής γνώμης με τις αποσχιστικές τους τάσεις.

Ειδικότερα, το δημοψήφισμα που έλαβε χώρα στις 18 Σεπτεμβρίου στη Σκωτία, συνοψίζει τις «υπαρξιακές ανησυχίες» που οδήγησαν στο αν και κατά πόσο η χώρα αξίζει να συμπορεύεται με την Αγγλία και την Ουαλία ως Ηνωμένο Βασίλειο, τη στιγμή που η πρώτη δείχνει να μην την αντιμετωπίζει με το δέοντα σεβασμό. Συγκεκριμένα, η Σκωτία για πολλές δεκαετίες αποτέλεσε το «πειραματόζωο» της Αγγλίας, αφού σ’ αυτήν πρωτοεφαρμόζονταν φορολογικές ρυθμίσεις και νομοθετικά πλαίσια που πιθανότατα δεν θα γίνονταν αποδεκτά από τους πολίτες με ενθουσιασμό. Συνεπώς, το αίτημα των εθνικιστών και του ηγέτη τους, Άλεξ Σάλμοντ, (ο οποίος είναι και ο πρώτος πρόεδρος της Σκωτίας) για διεξαγωγή δημοψηφίσματος, με στόχο την ανεξαρτητοποίηση της χώρας, βρήκε πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκίνησαν να διασταυρώνουν τα ξίφη τους αφενός οι υποστηρικτές της απόσχισης από το Ηνωμένο Βασίλειο και αφετέρου εκείνοι που τάσσονταν υπέρ της διατήρησης του status quo. Η πορεία μέχρι την ημέρα των κάλπεων μας τροφοδότησε μ’ ένα σύνολο δεδομένων, εκ των οποίων εξάγονται μερικά πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με το ποιες προϋποθέσεις θα ήταν καλό να ισχύουν, προκειμένου το δημοψήφισμα να συνιστά ένα αυθεντικό και αξιόπιστο μέσο έκφρασης και επιβολής της λαϊκής βούλησης.

Από την ημέρα που προκηρύχθηκε η διενέργεια δημοψηφίσματος, τα ποσοστά του «υπέρ» και του «κατά» δεν παρουσίαζαν αξιοσημείωτες αποκλίσεις μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι έως και την παραμονή της τελικής διαδικασίας, οι εξειδικευμένοι αναλυτές επισήμαιναν πως το αποτέλεσμα δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί. Τα στοιχεία που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας έκαναν λόγο για επικράτηση αναποφασιστικότητας ανάμεσα στους πολίτες, λόγω της αβεβαιότητας για θέματα, όπως το νόμισμα, η θέση της χώρας στην Ευρωπαική Ένωση και η διαχείριση των κοιτασμάτων πετρελαίου. Εν τέλει, η ετυμηγορία του λαού ήταν υπέρ της παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο με ποσοστό 55,3%, χωρίς, όμως, να μπορούμε να αγνοήσουμε μία ενδιαφέρουσα αντινομία: Η μεγαλύτερη πόλη της Σκωτίας, Γλασκώβη, τάχθηκε υπέρ της ανεξαρτησία με 53% έναντι 47%!

Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα πως το εκλογικό σώμα αναγνώρισε αδυναμίες και οφέλη και στις δύο προοπτικές. Τα δημοψηφίσματα, κατά συνέπεια, ίσως θα έπρεπε να περιλαμβάνουν και τη «μέση οδό», δηλαδή μία συμβιβαστική ρύθμιση, η οποία θα έχει προταθεί κατόπιν σοβαρού και εκτενούς διαλόγου γύρω από το εκάστοτε ζήτημα που προβληματίζει την κοινωνία. Φυσικά, για να καταστεί κάτι τέτοιο υλοποιήσιμο το εκλογικό σώμα έχει το χρέος να γνωρίζει επακριβώς τους λόγους για τους οποίους αμφιταλαντεύεται μεταξύ της θετικής και της αρνητικής ψήφου. Στη Σκωτία, εν προκειμένω, απέδωσαν τη δυσαρέσκειά τους στον παραγκωνισμό τους από την Αγγλία, όμως παραδέχτηκαν πως το νομισματικό καθεστώς μίας ανεξάρτητης Σκωτίας τους προβλημάτιζε αρκετά. Η ηγεσία της Αγγλίας ανταποκρίθηκε και ανακοίνωσε την πρόθεσή της να ενισχύσει την αυτονομία του κρατιδίου, κάτι που –  όπως απορρέει από το τελικό αποτέλεσμα – ήταν και η βαθύτερη ανάγκη του λαού της Σκωτίας.

Τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα πως περισσότερο από μία συνολική αποδοχή ή απόρριψη μίας λύσης θα ήταν προτιμότερο να δίνεται έμφαση στην αναζήτηση ορίων, συμβιβασμών και εγγυήσεων. Άλλωστε, η δημοκρατική αξία ενός δημοψηφίσματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τη χρονική στιγμή της διεξαγωγής του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η κινητοποίηση και άλλων ημιαυτόνομων κρατιδίων της Ευρώπης κατά το πρότυπο της Σκωτίας, όπως . αυτά της Καταλωνίας και της Βαυβαρίας, τα οποία ανήκουν στην Ισπανία και τη Γερμανία, αντίστοιχα. Οι μεν επιθυμούν να αναπτύξουν απρόσκοπτα την ισχυρή οικονομία τους και τη διαφορετική κουλτούρα τους ενώ οι δε αποβλέπουν στη διακοπή της παροχής χρηματικής αρωγής στα φτωχότερα βόρεια και ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας. Τα εν λόγω δημοψηφίσματα – εφόσον διεξαχθούν- θα είναι αναξιόπιστα, καθώς οι ψηφοφόροι είναι επηρεασμένοι από τα γεγονότα που έχουν προηγηθεί και δεν διαθέτουν διαυγή κρίση. Οι πολίτες θα προσέλθουν στις κάλπες έχοντας λάβει υπόψη τους προβληματισμούς και τα αποτελέσματα μίας άλλης χώρας, δίχως να έχουν αναλογιστεί τις ιδιαιτερότητες και τις συνθήκες που επικρατούν στη δική τους περίπτωση. Οι συγκρίσεις και οι παραπομπές στη Σκωτία θα αποδειχθούν αναπόφευκτες και πιθανότατα καταστροφικές, αφού κάθε κράτος αντιμετωπίζει τις δικές του προκλήσεις και θέτει διαφορετικές προτεραιότητες.

No related posts.